Θεατρική παράσταση «Ταρτούφος» του Μολιέρου

Η γνωστή κωμωδία του Μολιέρου, ο ‘Ταρτούφος’, καταπιάνεται με τα μεγάλα ελαττώματα των ανθρώπων, τα οποία αντικατοπτρίζονται στο πρόσωπο του βασικού θεατρικού ήρωα. Ο ‘Ταρτούφος’ είναι ένας λάγνος εγωιστής, ένας αρρωστημένος υποκριτής, που εμπορεύεται την εμπιστοσύνη των άλλων προς το συμφέρον του και δεν διστάζει να τους εξαπατά με οποιονδήποτε τρόπο. Κάποια στιγμή όμως, η μάσκα της υποκρισίας πέφτει, η φιληδονία του και η υπερβολική εμπιστοσύνη στον εαυτό του τον προδίδουν, ενώ ο ίδιος ταπεινώνεται και τιμωρείται.

 

 

 

Advertisements

Ο Ριχάρδος

Ο Ριχάρδος, όπως κάθε νύχτα, ελητούργησε τζιαι πόψε το μικρόν του καφενείο, κοντά στην πλατεία της Φανερωμένης. Διαφορά στην πελατεία: καμιά. Παρά τα όσα γίνονται τις τελευταίες μέρες. Ούτως η άλλως εν έσιει τζιαι πάρα πολλή δουλειά. Εν τον κόφτει όμως. Απλά θέλει κάτι να ποσκολιέται τζιαι να φκάλλει λλία λεφτά, απλά για να ζήσει.

Μέτριος μαθητής, εκατάφερε τζιαι εσπούδασε σε ένα μικρό κολλέγιο στην Ελβετία, το αγαπημένον του χόμπι: τη φιλοσοφία. Για τζίνον, ήταν μια ατελιωτη συνομιλία με τον εαυτόν του, που μαζίν του επροσπαθούσε να λύσει τα πιο σημαντικά ερωτήματα της ανθρωπότητας. Αν υπάρχει θεός, αν υπάρχει ψυχή, αν πράγματι υπάρχουμε ή αν ζούμε σε μια ψευδαίσθηση, τι είναι τέχνη, τι είναι μουσική. Άρεσκεν του γιατί εν εχρειάζετουν κανέναν-ούτε για να θκιεβάσει, ούτε για να καταλάβει κάποια πράματα. Ήταν μόνος του. Τζι’απολάμβανεν το.

Του Ριχάρδου ποττέ εν του άρεσκεν ο κόσμος. Εκλίετουν πάντα στον εαυτόν του για να βρει ησυχία. Εντύνετουν όπως του άρεσκε, εν έβλεπε τηλεόραση, εν ασχολείτουν με κανένα. Έφτιαχνε τους δικούς του κόσμους τζιαι έμπαινε μέσα. Αγαπούσε τους αθρώπους όμως. Αγαπούσε τη ζωή. Ακόμα κάμνει το ίδιο. Απλά εν έβλεπε, ούτε βλέπει, κανένα λόγο να ασχολείται μαζίν τους.

Είναι άθρωπος των ευκαιριών. Όταν ετέλιωσε τις σπουδές του, έκαμε το γύρο της Ευρώπης με όλα τα μεταφορικά μέσα. Οι εμπειρίες που απέκτησε απίστευτες, οι αθρώποι που εγνώρισε σπάνιοι, αν και λίγοι. Μόνος του, με ένα σακίδιο στην πλάτη, τζιαι με τις σκέψεις του. Με λλία λεφτά που ήσιε που τους γονείς του τζιαι που εδούλεφκε όσο εσπούδαζε. Χωρίς έγνοιες, χωρίς προβλήματα. Ήταν ένα πουλί. Που αντί να πετά ελεύθερα στον ουρανό επερπάταν ελεύθερα στη γη.

Λλία χρόνια μετά ήσιεν πάει στη Κίνα για να γνωρίσει τους μοναχούς Σιαολίν. Εθκιέβασεν για τούτους όταν έκαμνε Ασιάτικη Φιλοσοφία στο πανεπιστήμιο τζιαι έθελε να γνωρίσει τον τρόπο ζωής τους που κοντά. Έμαθε για τη διατροφήν τους, για την ενασχόλησην τους με τις πολεμικές τέχνες, για τη σχέση τους με το Βουδισμό τζιαι για την εσωτερική καλλιέργειαν του σώματος τζιαι της ψυχής τους.

Ήσιε κάμει πολλά από όσα ονειρευόταν, με το να γυρίσει τον κόσμο. Έναν όνειρο που ούλλοι έχουν σαν μωρά, αλλά ελάχιστοι το πραγματοποιούν. Εβουρήσαν τον οι ταύροι στην Ισπανία, έκαμε σκι στη Τσεχία, έκαμε βόλτα στο Σηκουάνα στη Γαλλία, εσυμμετύχε σε διαγωνισμό μπύρας στη Γερμανία, έκαμε σχέση με μια Ολλανδέζα. Τζίνος απλά επερπάταν τζι’άφηννεν το σύμπαν να καθορίσει τη ζωήν του.

Όταν ήρτε στη Κύπρο πριν περίπου 10 χρόνια, απλά ήθελε να ζήσει μιαν ήσυχη ζωή, όπως πάντα. Εσυνέχισε να ασχολείται με τη συγγραφή ποιημάτων τζιαι διηγημάτων, τζιαι ταυτόχρονα άνοιξε το μικρόν του καφενείο. Από τότε, κάθε Σάββατο ή Κυριακή πάει εκδρομές μόνος του στα βουνά με το ποδήλατο του, απολαμβάνει τα μονοπάτια της φύσης, πιάννει καθαρόν αέρα τζιαι έρκεται πίσω αναζωογονημενος. Εν έσιει αυτοκίνητο. Ο χρόνος του ποττέ έννεν πιεσμένος. Ό,τι θέλει να κάμει προγραμματίζει το που πριν. Το άγχος έννεν μεστο λεξιλόγιον του.

Αν ήσιε τη δυνατότητα, ο Ριχάρδος, εν θα ήθελε καν να εν δηλωμένος στα αρχεία του κράτους. Έθελεν να ζει σαν να μεν τον ξέρει κανένας, ούτε να δίνει ευκαιρία σε κανένα να τον γυρέψει. Εκτός που το καφενείο, τίποτε άλλο εν τον έφερνε σε επαφή με τους αθρώπους. Εφύτεψεν τα δικά του δέντρα στον μικρό κήπο του πατρικού του τζιαι καλλιεργεί τα δικά του λαχανικά. Εν χορτοφάγος.  Τα λεφτά του ποττέ εν τα έβαλε στην τράπεζα. Εν θέλει με τίποτε να γίνει θύμα του καπιταλιστικού συστήματος. Φυλάει τα σπίτιν του. Εν φοάται αν τον κλέψουν. Έσιει το σαν κανόνα να μεν αγχώνεται πριν να γίνει το κακό. Γενικά, προσπαθεί να ζει όσο πιο κοντά γίνεται στον τρόπο ζωής των πρωτόγονων ανθρώπων.

Ο Ριχάρδος, έτυχε τζιαι άκουσε το Σάββατο το πρωί για το κούρεμα των καταθέσεων που θκυο πελάτες του καφενείου του. Απλώς, εσυνέχισε τη δουλειά που έκαμνε, με το ίδιο ανέκφραστο πρόσωπο.

Ο Ριχάρδος ποττέ εν αππώθηκε. Ο Ριχάρδος εν έσιει εξοχικό στον Προταρά, ούτε ακριβό αυτοκίνητο. Ο Ριχάρδος εν έσιει πολλά λεφτά. Λλία τζιαι καλά. Ο Ριχάρδος εν ήρεμος. Εν αγχώνεται, γιατί εν έβαλεν έννοιες πάστην κκελλέν του. Ούτε πως εννα ντυθεί, ούτε για το τι εννα πει ο κόσμος για την ακατάστατην του γενειάδα. Γιατί πολύ απλά, εν ασχολείται με τον κόσμο. Απολαμβάνει τη φύση, αγαπά την ανθρωπότητα τζιαι τους αθρώπους-έστω τζι΄αν δεν τους μιλά, κάμνει βόλτες με το ποδήλατόν του, γράφει τα δικά του αριστουργήματα.

Τζι’ όμως, έσιει εμπειρίες που λλίοι θαμώνες του καφενείου του έχουν. Έσιει γνώσεις που ο κάθε τάδελόγος ζηλεύκει. Εν έσιει προβλήματα με κανένα. Γιατί λόγο ότι -ξανά-  δεν ασχολείται.

Ο Ριχάρδος ξυπνά το πρωί, πάει με το ποδήλατο του στη δουλειά, ακούγοντας Μπαχ, ετοιμάζει καφέ για τα βιαστικά κουστουμαρισμένα ανθρωπάκια που αναζητούν την ευτυχία τζιαι όποτε εν έσιει δουλειά βρίσκει χρόνο τζιαι θκιεβάζει Νίτσε ή Σπινόζα. Τρώει μια σαλάτα το μεσημέρι, τζιαι αρκετά φρούτα το απόγευμα. Αν καμιά μέρα δεν θέλει να πάει δουλειά, απλά δεν πάει. Έσιει εκατομμύρια άλλα πράματα να ασχοληθεί, τζιαι κανένας δε θα τον γυρέψει.

Ο Ριχάρδος έσιει ένα μικρό καφενείο, λλία λεφτά, μηδέν έγνοιες, καθόλου προβλήματα, καθόλου φίλους, λιγοστούς γνωστούς.

Εχτές, καθαρά Δευτέρα, ο Ριχάρδος άνοιξε το καφενείο. Έρκουνταν πανικοβλημένοι πελάτες να του πουν για την οικονομία, για τις καταθέσεις, αγχώνουνταν για το αύριο, για το τι θα απογίνουν οι τράπεζες. Επήραν τον να δει τηλεόραση, για να μάθει τι γίνεται. Κάτι άκουε για 6, 10, τοις εκατό, για εκατό χιλιάδες. Εν εκαταλάβαινε.  Αδυνατούσε να πιστέψει ότι όσους εθώρεν στην τηλεόραση εθεωρούνταν επιστήμονες τζιαι ‘μεγάλα μυαλά’. Εμιλούσαν με κάτι όρους ακαταλαβίστικους, εμιλούσαν γλίορα, εμιλούσαν αγχωμένα, εμιλούσαν για να προκαλέσουν ένταση. Τζιαι τόσα ζευγάρια μμάθκια να τους παρακολουθούν παλαβωμένα τζιαι να κρέμμουνται που τα σιήλη τους. Ως το μεσημέρι έκλεισεν το καφενείον του. Εν άντεξε άλλο. Εν ήθελε να έσιει καμιά επαφή με αγχωμένους αθρώπους.

Επίεν σπίτιν του, έκατσεν πάνω στον καναπέν του, άνοιξεν το κασετόφωνο τζιαι έσυρε μέσα το
«Σιγά μην κλάψω» του Αγγελάκα, ενώ εσκέφτετουν ταυτόχρονα τον στίχο «Ο χαμένος τα παίρνει όλα» που άλλο τραγούδι του ίδιου.

Τζι’εγέλαν, τζι’εγέλαν, τζι’εγέλαν…

-osr- τίποτε δεν χαρίζεται..... όλα κερδίζονται μόνο όταν τα διεκδικούμε και τα θέλουμε αληθινά

http://monosandalonefeloma.blogspot.com/2013/03/blog-post_1.html

Παρασκευή, 1 Μαρτίου 2013

Ζητώντας κάτι που να μη γίνεται ουρλιαχτό κι οφθαλμαπάτη

Φίλτατοι συνμπλόγκερς σας χαιρετούμε!!!
Θέλουμε να ευχαριστήσουμε όσους από εσάς αναδημοσίευσαν αλλά και όσους διάβασαν την πρόταση που κάναμε .
Έχουμε την αίσθηση ότι υπάρχει μια κοινή ανάγκη να γίνει κάτι .
Σας προσκαλούμε στις 6  Μαρτίου στις 7:00 το απόγευμα στα καλά καθούμενα με καταγραμμένες ιδέες για να κάνουμε μια συζήτηση  για το πώς θα μπορούσαμε να ασκήσουμε επιρροή στην πολιτική ζωή του τόπου.

Διαδώστε!

 Δε λες κουβέντα,
κρατάς κρυμμένα μυστικά
και ντοκουμέντα
κι ακούω μόνο
συνθήματα μεταλλικά
των μικροφώνων

Ξέρω τ’ όνομά σου
την εικόνα σου και πάλι από την αρχή
ψάχνω για μια διέξοδο γυρεύοντας
μια αλλιώτικη ζωή

Περνούν οι νύχτες,
τα δευτερόλεπτα βαριά
στους λεπτοδείκτες
ζητώντας κάτι
που να μη γίνεται ουρλιαχτό
κι οφθαλμαπάτη

Ξέρω τ’ όνομά σου
την εικόνα σου και πάλι από την αρχή
ψάχνω για μια διέξοδο γυρεύοντας
μια αλλιώτικη ζωή

Δείτε την αρχική δημοσίευση 41 επιπλέον λέξεις