Ο μαραθώνιος

Το να συμμετέχεις σε μαραθώνιο είναι κάτι το μαγικό, μια μοναδική εμπειρία. Η σύναξη χιλιάδων ατόμων, μετά που μήνες προπόνησης ο καθένας τους, οι οποίοι έχουν ένα κοινό στόχο, να τερματίσουν, που ούλλες τες γωνιές της γης, άσπροι, μαύροι, τζίτρινοι, τζιαι πορεύονται μαζί προς στο τέλος. Κάπου δαμέ καταλάβει κάποιος ότι ο ρατσισμός τζιαι τα κατάλοιπά του έννεν απόψεις αλλά σοβαρής μορφής αρρώστιες στον εγκέφαλο. Ο καθένας βουρά μόνος του, αλλά μαζί με τον άλλο. Εν σε κόφτει αν θα σε ρέξει ο άλλος, εν σε κόφτει αν σε πατήσει καταλάθος, ούτε αν σου σύρει τη μπουκάλα του με το νερό. Κόφτει σε να θωρείς άτομα που ούλλες τες ηλικίες, που 18 ως 80, να αγωνίζονται. Κόφτει σε να θωρείς κόσμον άγνωστο, που εν θα ξαναδείς, στους δρόμους να σε χειροκροτά τζιαι να σου λαλεί «Πας καλά. Μπράβο. Συνέχισε». Κόφτει σε να πιάννεις το αίσθημα χαράς τζιαι αλληλεγγύης όταν μια που τρέχει δίπλα σου ζητά σου το νερό που βαστάς, τζιαι διας της στο όσο τζιαι να διψάς. «Σε 2μισι χιλιόμετρα έσιει άλλο σταθμό για νερό» λαλείς. Ξεδιψάς μόνο που της επρόσφερες τζίντο νερό. Κόφτουν σε τα μωρά στις άκρες του δρόμου που σου απλώνουν το σιέριν τους να τους κάμεις ττόκκα. Δια σου απέραντη δύναμη τούντο πράμα, μόνο να ξέρεις ότι έδωκες χαρά σε τζίντο μωρό. Συγκινεί σε να θωρείς ένα δρομέα που γράφει πάνω στη φανέλα του «Σε περιμένω στο τέρμα, Μιχάλης», πιθανόν γραμμένο που τον γιον του. Συγκινεί σε να θωρείς ένα ζευγάρι Ιαπωνέζων ναν διμμένοι με χειροπέδες τζιαι να βουρούν μαζί. Συγκινεί σε να θωρείς έναν άντρα να σπρώχνει μια γυναίκα σε καροτσάκι, συνεχώς, για τόσα χιλιόμετρα. Συγκινεί σε να θωρείς συναθλητές να σταματούν για να βοηθήσουν άλλους που τους έπιασε κράμπα.

Ο μαραθώνιος εν φκέννει αν είσαι συγκεντρωμένος. Πρέπει να πετά ο νους σου. Πρέπει να είσαι αλλού. Γι’αυτό τζιαι όταν ακούεις τραγούδια στο mp3-player σου που σου θυμίζουν τη μάνα σου, τον τζύρη σου, τ’αδέρφια σου, τους φίλους σου, τες φίλες σου, την κοπελλούα που αγαπάς, κάποια στιγμή με την παρέα, κάποια στιγμή στη ζωή σου, ταξιδεύεις τζιαι το έργο του μαραθωνίου γίνεται εύκολο. Εν μια στιγμή που ό,τι σκέφτεσαι γίνεται. Σκέφτεσαι ότι εκουράστηκες; Κουράζεσαι. Ότι πονείς τα πόθκια σου; Πονούν. Λαλείς «εν τα καταφέρνω»; Πιάννει σε το άγχος. Γι’αυτό τζιαι εν σκέφτεσαι. Εν επικίνδυνο να σκέφτεσαι. Τζιαι εν λαλείς «εν θα το φκάλω». Εννα φκει, είτε βουρητός, περπατητός, κουτσαίνοντας, ή τζιυλητός. Άμα θέλεις θα φκει.

Δια σου δύναμη το κάθε άτομο που θωρείς, ο κάθε δρομέας που βουρά μαζί σου, οι πρόσκοποι που παίζουν τύμπανα, ο Ζορμπάς που τυγχαίνει να παίζει που κάπου που περνάς, διάφορα πανό στυλ «Σήμερα δεν είσαι δρομέας, είσαι μαραθωνοδρόμος». Τα πάντα.

Υποφέρεις για πολλά χιλιόμετρα. Ξέρεις όμως ότι το τέλος θα σε δικαιώσει, θα λυτρωθείς τζιαι θα μπεις μεστο στάδιο τζιαι θα νιώθεις απέραντη χαρά τζιαι ανακούφιση.

Στην προπόνηση του τρεξίματος, πολλές φορές ο δρομέας μπορεί να μεν έσιει όρεξη να πάει να τρέξει, μπορεί να έσιει άλλες υποχρεώσεις. Αλλά θα πάει. Θα πάει, τζιαι όταν τελιώσει θα νιώσει νικητής. Μπορεί κατά τη διάρκεια της προπόνησης, να μεν είναι ψυχολογικά καλά ή να έσιει άλλες έγνοιες, τζιαι να υποβάλλει τον εαυτό του σε ένα πόνο, κάτι το οποίο θα τον κάμει να νιώσει ότι βαρκέται. Δαμέ βρίσκεται το νόημα όμως, του ότι τρέχεις όσο τζιαι να μεν νιώθεις καλά, ή όσα άλλα πράματα τζιαι να υπάρχουν στο μυαλό σου. Επίσης το τρέξιμο εν κάτι άλλο στο οποίο υπάρχει «θετικός μαζοχισμός’, αν μπορεί να χαρακτηριστεί έτσι. Ο δρομέας υποβάλλει τον εαυτόν του, ηθελημένα, σε έναν πόνο, σωματικό και ψυχολογικό, που τον οποίον όμως εν χάννει(όπως γίνεται συνήθως με πράματα που επιφέρουν πόνο) αλλά κερδίζει. Μόνο κερδίζει. Εν έσιει να χάσει τίποτε. (ίσως μόνο θερμίδες). Τζιαι όταν με το καλό έρτει το τέλος, τότε ούλλα αποκτούν νόημα, τότε συμπληρώνεις το παζλ τζιαι τότε νιώθεις πως πραγματικά, όσα χιλιόμετρα έκοψες τζιαι όσην ώραν εθυσίασες, αξίζουν τζιαι με το παραπάνω. 42 195. Τούτο μένει στο νου σου μετά το μαραθώνιο.

Εν μια αξέχαστη εμπειρία στην οποία ξεπερνάς τον εαυτό σου τζιαι θέτεις τον πήχη όλο τζιαι πιο ψηλά. Μόνο ένα πράμα σκέφτεσαι τζιαι δεν τα παρατάς: «Pain is temporary. It may last for a second, a minute, an hour, a day or a year. But if you quit, it lasts forever».