Grow up with me

Grow up with me.

Let’s run in fields and fear the dark together.
Fall of swings, and burn special things,
and both play outside in bad weather.

Let’s eat badly.
Let’s watch adults drink wine and laugh at their idiocy.
Let’s sit in the back of the car,
making eye contact with strangers driving past,
making them uncomfortable.

Not caring.
Not swearing.
Don’t fuck.

Let’s both reclaim our superpowers;
the ones we all have and lose with our milk teeth.
The ability not to fear social awkwardness.
To panic when locked in the cellar;
still sure there’s something down there.
And while picking from pillows each feather,
let’s both stay away from the edge of the bed,
forcing us closer together.

Let’s sit in public, with ice cream all over both our faces;
sticking our tongues out at passers by.
Let’s cry.
Let’s swim.
Let’s everything.

Let’s not find it funny lest someone falls over.
Classical music is boring.
Poetry baffles us both;
there’s nothing that’s said is what’s meant.
Plays are long, tiresom, sullend, and filled;
with hours that could be spent rolling down hills,
and grazing our knees on cement.

Let’s hear stories and both lose our inocence.
Learn about parents and forgiveness,
death and morality,
kindness and art,
thus losing both of our innocent hearts,
but at least we won’t do it apart.

Grow up with me.

Στην αίθουσα

Εστάθηκεν έξω που τις γυάλινες πόρτες της αίθουσας, βλέποντας το φρουρό. «Κινητό κλειστό, παπούτσια που εν κάμνουν θόρυβο στο μάρμαρο, αθώον ύφος…», εμουρμούρησε. Σπάνια εκατάφερνε το τελευταίο. Ποττέ εν ήσιεν όρεξη για τις ιδιοτροπίες της εξουσίας τζιαι ήθελεν η διαδικασία γνωριμίας του με τους πιθανούς του καινούργιους φίλους να ήταν ήσυχη τζιαι αδιάκοπη. «Έτοιμος».

Άνοιξεν την πόρτα τζιαι επροχώρησε διστακτικά μέσα στην αίθουσα. Ένιωσεν τους ούλλους να γυρίζουν πάνω του σαν έκλιεν πίσω του την πόρτα με την ίδιαν προσοχή που την ήσιεν ανοίξει, χωρίς όμως να αφήκει την μμαθκιάν του που τζίνους.

Εξεροκατάπιε. Εν εθυμάτουν να τους ήσιε ξαναδεί. Εν ήσιεν όμως σημασία. Έτσι τζι’αλλιώς κάθε φορά η γνωριμία μαζίν τους ήταν διαφορετική. Τζίνοι όμως εγνωρίζουνταν μεταξύν τους. Μαζίν εζούσαν άλλωστε. Αρκετοί ίσως να επροέρχουνταν τζιαι που την ίδιαν οικογένεια. Αμήχανος όπως ήταν, έβαλεν τα σιέρκα του στο στήθος του τζιαι εθώρε γυρώ. Ήταν πάντα ένας εσωτερικός αγώνας να καταλάβει τους άγραφους κανόνες της αίθουσας. Ποιος εν ο πιο άξιος, ο πιο αφηρημένος, ο πιο βαθυστόχαστος, η πιο πλούσιος, ο πιο ευφυής…Ήξερε πως σε τέθκοιες καταστάσεις το μέγεθος εν παίζει πάντα ρόλο, ούτε το χρώμα του καθενός, ούτε καν αν έσιει εμφάνιση βασιλιά η ζητιάνου. Ήσιεν φορές που θα απέφευγε κάποιους, όταν όμως εστέκετουν μπροστά τους τζιαι εμιλούσαν του, εκάμναν τον να τους θαυμάζει με την μαγεία των λόγων τους τζιαι όσων εκρύφκαν μέσα τους.

Κουμπωμένος τζιαι με τους ώμους ανυψωμένους, εγύρισε προς τον πρώτο στα δεξιά – πάντα εξεκινούσε που τα δεξιά – τζι’άρκεψε να περπατά προς το μέρος του. Όσον επερπατούσαν τα μμάθκια του εν εταράξαν που την θέσην τους. Ήταν ο κανόνας του: ένας κάθε φορά. Ήθελεν έτσι να γνωρίσει τον καθέναν τους όσο καλύτερα εγίνετουν. Ήξερεν ότι μια μμαθκιά στον διπλανό αρκούσε για να αρκέψει να του μιλά ακατάπαυστα, διακόπτοντας έτσι τον προηγούμενο.

Επροχωρούσεν αργά, κάμνοντας το βήμαν του ρυθμικό τζιαι χτυπητό. Ήθελεν να τον προσέξει όσον εκόντεφκεν, καθώς εφαίνετουν αρκετά αφοσιωμένος σε μια κόλλα χαρτί που εκρατούσε. Εστάθηκεν μπροστά του. Τζίνην την στιγμή εγύρισεν πάνω του. Ήταν ένας ποιητής, που τζίνην την ώρα, πάνω σε μια ξαφνική ποιητικήν ευφορία, έφκαλλεν την ψυσιήν του πάνω στο χαρτί, κάτω που το φως μιας λάμπας πετρελαίου. Η ώρα στον κόσμον του ήταν 2 το πρωί. “Ήρτες στην ώρα που οι δημιουργοί αλλάσουμε διάσταση”, ήταν η πρώτη του κουβέντα. Η επικοινωνία τους ήταν μονόπλευρη. Μόνον ο ποιητής, τζιαι όποιοι άλλοι έβλεπε στη συνέχεια, εμπορούσαν να του μιλήσουν. Στην ουσία, τζιαι τζίνος εμπορούσεν να τους μιλήσει, όμως ήταν αντίθετα στους κανόνες της αίθουσας τζιαι εν τέλει εν θα εξυπηρετούσε κάποιο σκοπό. “Βλέπεις τη βιβλιοθήκη πίσω μου; Τζίνα ούλλα τα βιβλία είμαι εγώ: οι στιγμές μου, οι ανησυχίες μου, το κλάμαν τζιαι το γέλιον μου, η αγωνία τζι’η γαλήνη μου, μεταφρασμένη σε στίχους τζιαι στροφές. Είμαι εγώ, τζι’όμως εν θα τ’ανοίξω ποττέ να τα θκιαβάσω. Εν για σας γι’άμα πεθάνω. Γιατί όσο τζιαι να λαλώ ότι εν μέρος του ‘εγώ’ μου, εν μέρος κάποιου άλλου μου ‘εγώ’. Άλλαξα τζιαι μαζίν τους τζι’η ποίησή μου. Αν τ’ανοίξω τζιαι θκιεβάσω προηγούμενους μου εαυτούς, θα με μισήσω τζιαι τότε ή εγώ θα πρέπει να καώ στην πυρά ή τα βιβλία μου”, είπεν τζιαι εβούττησεν την πένναν του στο μελάνι. “Άβυσσος η ψυσιή των δημιουργών. Τζιαι τι πράμα να την ξεγυμνώνουν τζιαι να σ’αφήνουν να την δεις, ολάκερη τζιαι παρθένα, στις δημιουργίες τους”, είπεν τζι’έγυρεν ξανά στο χαρτί, συνεχίζοντας να γράφει τον πόνον του.

Έμεινεν αλλό λλία λεπτά μπροστά που τον ποιητή, προσπαθώντας να σκεφτεί τα διαφορετικά του ‘εγώ’. “Εν αλήθκεια του. Άλλαξα τζιαι εμφάνιση τζιαι ‘πιστεύω’, τζιαι ενδιαφέροντα, τζιαι κοσμοαντίληψη. Εν είμαι τζίνον που ήμουν τζι΄όμως συνεχίζω να’μαι’γώ.”

Μέστες σκέψεις του έκαμεν μερικά βήματα παρακατω. Εβρέθηκε να στέκεται στην άκρη μιας λίθινης γέφυρας, βλέποντας κάτω τα ήσυχα νερά του ποταμού. Ήταν μόνος του. Το ζευγάρι ερωτευμένων που επερπατούσε στις όχθες του ποταμού εν το εθεωρούσε μέρος του κόσμου του. Εζούσαν σε έναν διαφορετικό, δικόν τους κόσμο. Γι’αυτόν ήταν ερωτευμένοι άλλωστε. Στο βάθος έβλεπεν το λιμάνι, τζιαι τους ναύτες που εφορτώνναν το πλοίο, φωτισμένοι που την πανσέληνο η οποία με το φως της εσκέπαζεν σαν πέπλο την πόλη, χωρίς όμως να αφήνει τη νύχτα να φύει. Σ’αντίθεση με τον Ήλιο που θκιώχνει τη νύχτα, χωρίς ν’αφήκει ούτε τα πιο πυκνά σύννεφα να τον σταματήσουν που το να κυριαρχήσει.

Εν ήσιεν κάποιον να του μιλήσει τζι’όμως άκουσεν τα ούλλα. Τες φωνές των πλανόδιων πωλητών, τον ήχο των οργάνων των μουσικών του δρόμου, τις καθημερινές κουβέντες στα ποτοπωλεία. Έκαμε να δει τα φυτά που φυτρώνουν ανάμεσα στις πέτρες της γέφυρας αλλά εν εφαίνουνταν. Μακάρι να εμπορούσε να κινηθεί τζιαι να περιπλανηθεί στην πόλη.

Το κτύπημα της καμπάνας έκαμεν τον να γυρίσει πάνω στον πύργο του καθεδρικού. Τέσσερις φορές. Τόσες φορές ήχησεν η καμπάνα, σημάνοντας την νέαν ώρα. Τα πουλιά επετάσαν ξαφνιασμένα προσπαθώντας να’βρουν άλλο τόπο να τραγουδήσουν. Εσκέφτηκεν για μια στιγμή να’ταν στην θέσην τους τζιαι να τον εφοϊτσιαζεν ένας απλός ήχος· ένας φόβος άγνωστος στους αθρώπους.

Επερπάτησεν ασυναίσθητα προς τ’αριστερά, νομίζοντας πως ήταν ακόμα πάνω στη γέφυρα. Επίεν μετά στον επόμενο, τζιαι στον επόμενο…Εγνώρισε βασιλίαες τζι’αυλικούς, φιλόσοφους τζι’αγρότες, γυμνά σώματα τζι’απλούς αθρώπους. Είδε δολοφονίες τζι’έρωτες, λιβάδια τζιαι καμένες πόλεις, μάχες τζιαι συμφωνίες ειρήνης.

Όταν εσταμάτησε να του μιλά τζι’ο τελευταίος, εν ήταν πλέον ο άνθρωπος που ήταν πριν τους γνωρίσει. Τζίνος ο κουμπωμένος τύπος που σαστισμένος εμπήκεν της αίθουσας τζι’ένιωσε να απειλείται όταν ούλλοι μονομιάς είχαν γυρίσει πάνω του.

Με τα σιέρκα πίσω, τζιαι τον θώρακα σε στάσην ανοικτή, γεμάτος ικανοποίηση τζιαι χαρά, επερπάτησεν προς τη γυάλινην πόρτα. Εγύρισε τζι’εστάθηκεν έτσι ώστε να τους θωρεί ούλλους. Εν ήταν κάποιοι άγνωστοι αλλά οι καινούργιοι του φίλοι, ο καθένας που τους οποίους ήσιεν μιαν ιστορίαν να του πει, κάτι να του διδάξει, κάποιο παράθυρο στον νουν του να ανοίξει. Βλέποντας τον καθένα ξεχωριστά, εθυμάτουν τις κουβέντες που του ήσιεν πει, τζιαι τα ακριβή συναισθήματα που του εμετέδωσε. Ποττέ εν ήταν τα ίδια, κάτι που έκαμνεν τον καθέναν τους διαφορετικό τζιαι μοναδικό.

Με την ψυσιήν του αναγεννημένην, εσήκωσεν το σιέριν του τζι’εποσιερέτησεν τους πίνακες, άνοιξεν την πόρτα, τζι’ εφκήκεν χαμογελαστός που τη γκαλερί…