Νοσταλγία

Δεν ξέρω τι είναι για σένα τα συρτάρια του γραφείου σου, αλλά τα δικά μου είναι αποθήκη. Αποθήκη μικροπραγμάτων. Μικροπραγμάτων σε μέγεθος, φυσικά – για να χωράνε στο συρτάρι. Όχι μικροπραγμάτων σε αξία. Δεν είναι αυτό που λέμε ‘είναι μικροπράγματα’. Έχουν αλλού τη θέση τους αυτά – γι’αυτό έχουμε τους καλάθους. Για τα πράματα που’ναι μικρά – σε αξία και σε μέγεθος.

Και επειδή το συγκεκριμένο αντικείμενο ονομάζεται συρτάρι και όχι κάλαθος, τείνω εκεί μέσα να φυλάω αρκετά πράματα αξίας. Και όχι, δεν εννοώ πράματα ακριβά ή πολύτιμα. Εννοώ πράματα που έχουν αξία για μένα, πράματα που μόνο εγώ ξέρω γιατί αξίζουν. Πράματα που αν πεθάνω αύριο θα χάσουν την αξία τους. Πράματα που εσύ θα πέταγες στον κάλαθο γιατί είναι μικροπράγματα. Γιατί σε αντίθεση με πράματα ακριβά ή πολύτιμα, τα δικά μου μικροπράγματα δεν είχαν πάντα αξία – μαζί τη δημιουργήσαμε.

Κι επειδή μου αρέσουν οι εκπλήξεις, έχω πάντα την αποθήκη μικροπραγμάτων μου σε ένα χάος. Ποτέ δεν ξέρω τι θα βρώ · πάντα με εκπλήσσει.

Μερικές μέρες πριν, καθάριζα το δωμάτιό μου πριν από μία από τις τελευταίες μου επιστροφές στο νησί. Μια από τις τελευταίες πριν κλείσει ο τρέχων κύκλος της ζωής μου δηλαδή.

Κι επειδή σκέφτηκα πως τα μικροπράγματα αυτά πρέπει να μ’ακολουθούν, άνοιξα την αποθήκη για να πάρω μερικά μαζί μου.

Βρήκα σημειώσεις απ’το πρώτο έτος – Εισαγωγή στην Ηθική. Αριστοτέλης, Καντ, Μιλς. Θυμήθηκα τον φαλακρό λέκτορα, τον βλέπω πού και πού και θυμάμαι τις εξαιρετικές πρωινές του διαλέξεις.

Βρήκα την κάρτα που μας είχαν δώσει σε σύναξη του Ιταλικού Ομίλου, τα Χριστούγεννα του 2015, στο λιβανέζικο εστιατόριο στην πόλη στο οποίο πάμε συχνά για καλό φαγητό. Θυμήθηκα τι λέγαμε εκείνο το βράδυ, ποιον πειράζαμε, ποιοι φλερτάρανε. Θυμήθηκα

Βρήκα ένα γράμμα ερωτικό, προς την Άνα, ένα γράμμα που ποτέ δεν θα διαβάσει κι όμως ένα γράμμα με σκέψεις τις οποίες εύχομαι να ήξερε, μα ίσως δεν πρέπει να ξέρει ή δεν χρειάζεται.

Βρήκα μια μπροσούρα με την φάτσα του Μαρξ για εκδήλωση του Κομμουνιστικού Κλαμπ και μου θύμησε τον Ιάσονα να λέει ‘Μην πας. Είναι καλτ’ – κι όμως λέω να πάω μια φορά.

Βρήκα κάποια δώρα που θα έδινα στον Όουτι και στον Ραζ πριν φύγουν, αλλά δεν τους είδα ποτέ για τελευταία φορά για να τους τα παραδώσω. Ή μάλλον τους είδα, μα δεν το ήξερα.

Βρήκα σοκολατάκια στο κουτί τους, εισιτήρια τρένων, διαφημιστικά στυλό, μαγνητάκια από τόπους που δεν πήγα, αποδείξεις από εξόδους, βιβλιαράκια με σκέψεις, φιλτράκια – μικρά πράγματα που κι όμως κουβαλούν πάνω τους χιλιάδες αναμνήσεις, αναμνήσεις που είχα εντελώς ξεχάσει.

Θυμήθηκα τις παρέες που έκανα, θυμήθηκα στιγμές μαζί τους, τα αστεία μας, τα ταξίδια μας, τα πάρτι, τις εξόδους μας. Είδα την αγάπη, τον έρωτα, την απέχθεια, την αδιαφορία, το χιούμορ, την καλοσύνη, την υποκρισία, την περιπέτεια, να αναπαρίστανται πάνω στα μικροπράγματα μέσα στην αποθήκη.

Είχα πάει για ταξίδι πίσω στον χρόνο, κι όμως έβλεπα καθημερινά τα όσα νοσταλγούσα, σε μια παράξενη μίξη παρελθόντος και παρόντος.

Έβαλα όλα τα πράγματα βιαστικά πίσω στην αποθήκη και υποσχέθηκα στον εαυτό μου να μην την ανοίξω ξανά μέχρι την ώρα που θα φύγω από την πόλη οριστικά. Μέχρι την ώρα που θα πω το τελευταίο ‘αντίο’ σε όλους.

Δεν υπήρχε λόγος να νοσταλγήσω αυτά που σύντομα θα ξαναζήσω.

Advertisements