Video 5 Μάη 2015 – Άμεση δημοκρατία.

Στο Διονύση

Posted: Ιανουαρίου 29, 2015 in Διάφορα

Εν μπορώ να πω ότι είμαι τζιαι φαν του Σαββόπουλου. Όι επειδή εν μου αρέσκει, αλλά μάλλον επειδή εν τον είχα ψάξει αρκετά. Άκουα μέσα μέσα τη Συνεφούλλα, τον Καραγκιόζη, τον Αγγελο Εξάγγελο, το Άδεια μου αγκαλιά, το Ας κρατήσουν οι χοροί, τζιαι μερικά άλλα που λλίο πολλά ούλλοι ξέρουμε τζιαι ακούμε, αλλά εν είχα περισσότερην επαφή ούτε με τα τραγούδια του ούτε με τον άνθρωπο Σαββόπουλο.

Εψές έβαλα ακόμα έναν άτομο στη λίστα με τους αγαπημένους μου τραγουδιστές. Για την ακρίβεια, τραγουδοποιούς, όπως εν τζιαι ο Διονύσης Σαββόπουλος. Φκαίνοντας κάποιος που τη φυλακή νέων που κάποιοι επιμένουν να αποκαλούν στρατό, γυρεύκει να κάμει οτιδήποτε που να του θυμίζει κόσμο. Έτσι τζι’επία. Το Δημοτικό Θέατρο Στροβόλου γεμάτο, με μέσον όρον ηλικίας θεατών 45-50 χρονών. Σκεπτόμενος ότι ο συγκεκριμένος κύκλων συναυλιών σε Λευκωσία, Λάρνακα τζιαι Λεμεσό γίνεται για τα 50χρονα καλλιτεχνικών δημιουργιών του Σαββόπουλου, συμπεραίνει κάποιος ότι πρόκειται για άτομα που εμεγαλώσαν μαζίν του, που τον επρωτοακούσαν στις μπουατ της εποχής, που εζήσαν τζίνα για τα οποία τραγουδά, τζιαι νιώθουν τον χωρίς οποιαδήποτε προσπάθεια αφού μιλά μέστην καρδιάν τους.

Ένα πιάνο, μια κιθάρα, ένας Σαββόπουλος τζιαι ένας ταλαντούχος πιανίστας (Στάθης Άννινος) ήταν αρκετά. Όπως εξήγησε τζιαι ο Σαββόπουλος, το σκηνικό ήταν έτσι για να θυμίζει τις πρώτες του απλές συναυλίες στις μπουατ. Ο Διονύσης εφάνηκεν ένας άνθρωπος με πολλήν ενέργεια, αξιοζήλευτη παιδικότητα, χαρούμενος, απλός, κεφάτος, συμπαθητικότατος. Αρχίζοντας με το πως να κρυφτείς απ’τα παιδιά, τζιαι τελιώνοντας με το ας κρατήσουν οι χοροί, ο Διονύσης εγνώρισεν μας τον εαυτό του με τα τραγούδια του που εφαίνετουν ότι ήταν βγαλμένα που τη ζωήν του, αγνά τζιαι όλο νόημα.

Με ολόκληρο το κοινό να τραγούδα μαζίν του τζιαι να χτυπά παλαμάκια σε ρυθμό, σε βαθμό που ορισμένες φορές ήταν ανατριχιαστικό, εδημιούργησεν αναμφισβήτητα μιαν πολλά ωραίαν ατμόσφαιρα. Ήταν στις πλάτες του τζιαι εβαρούσαν 50 χρόνια δημιουργιών, εμπειριών, κριτικής, λογοκρισίας, σε μια σύντομη συναυλία όλο ποιότητα, κέφι τζιαι ταυτόχρονα γνωριμίας όι μόνο με τον τραγουδοποιό Σαββόπουλο αλλά τζιαι με τον άνθρωπο.

Ήταν ωραία, πολλά ωραία στο Διονύση.

Η απογοήτευση είναι μια αξία πολύ υποτιμημένη. Ίσως επειδή φέρνει μαζί της αρνητικά συναισθήματα. Μα μπορεί, αλήθεια, να υπάρχει πρόοδος και αλλαγή χωρίς απογοήτευση, αποτυχία, και κάποιας μορφής αρνητικότητα; «Δεν είμαι ευχαριστημένος με αυτή μου την απόδοση», «Αν γίνω καλύτερος θα έχω περισσότερες ευκαιρίες και προνόμια», «Τόση προσπάθεια δεν ήταν αρκετή. Επιβάλλεται περισσότερη», είναι οι εκφράσεις οι οποίες προηγούνται της αλλαγής και συνοδεύουν την απογοήτευση. Θα μπορούσαν οι καλύτεροι μουσικοί, συγγραφείς, ζωγράφοι, επενδυτές, διευθυντές, εφευρέτες και αθλητές να φτάσουν στα ψηλότερα σκαλοπάτια αν οποιαδήποτε στιγμή στην καριέρα τους επαναπαύονταν στο σημείο που βρίσκονταν για χάρη της «θετικής» σκέψης και της «ευχαρίστησης»; Όχι. Απογοητεύονταν εκουσίως και πείσμωναν σε κάθε σκαλοπάτι μέχρι να φτάσουν στο επόμενο.

Μπορεί να φαίνονται χαρούμενοι και ευτυχισμένοι όσοι επαναπαύτηκαν σε κάποιο σκαλοπάτι αλλά είναι αυτοί που ίσως δε ξέρουν τον εαυτό τους, τα όριά τους, τους στόχους τους, τα όνειρά τους και αποδέχονται χωρίς σκέψη και προσπάθεια την κατάσταση στην οποία βρεθηκαν. Μπορεί επίσης να μην τους αρέσει στ’αλήθεια η κατάσταση στην οποία βρίσκονται αλλά να μην τολμούν να αλλάξουν, φοβουμενοι αυτό που θα φέρει η αλλαγή, κάτι το οποίο είναι , ομολογουμένως, άγνωστο.

Υπάρχει, δυστυχώς, προκατάληψη σε ότι αφορά όλες τις μορφές απογοήτευσης. Κακή απογοήτευση είναι αυτή στην οποία εκουσίως βυθίζεται ο άνθρωπος και από την οποία δεν έχει τη θέληση να βγει, κάνοντάς την μέρος της ζωής του, κάτι το οποίο τον οδηγεί μακριά από τη δημιουργικότητα. Καλή απογοήτευση είναι αυτή στην οποία πάλι εκουσίως βυθίζεται ο άνθρωπος και την οποία όμως χρησιμοποιεί ως αιτία για πρόοδο και αλλαγή, μέσω της κατανόησης του εαυτού του. Μη αποδεχόμενος την παρούσα κατάσταση καταλαβαίνει τι τον ευχαριστεί και τι τον απογοητεύει και αυτό τον βοηθά να διαλέξει τα μονοπάτια που θ’ακολουθήσει. Δεν πιέζει τον εαυτό του να είναι ευτυχισμένος και ευχαριστημένος με τα πάντα έστω κι αν αυτό τον κάνει να φαίνεται χαρούμενος και ολοκληρωμένος. Ξέρει πως γνωρίζοντας τι τον απογοητεύει και μη φοβούμενος την απογοήτευση, θα μπορέσει να φτάσει στο επόμενο σκαλοπάτι. Πως; Χρησιμοποιώντας την αποτυχία και την απογοήτευση ως ένα χέρι βοηθειας και όχι ως κάτι εν γένει κακό το οποίο πρέπει να αποφύγει λόγω των αρνητικών συναισθημάτων που του προκαλεί, πιέζοντας τον εαυτό του να ζήσει ψεύτικη ευχαρίστηση.

Τα αρνητικά συναισθήματα δεν πρέπει να θεωρούνται κακά εξ αρχής αλλά να μας βοηθούν να αντιληφθούμε πρώτα τα ίδια, έπειτα τις καταστάσεις υπό τις οποίες συμβαίνουν και ακολούθως εμάς τους ίδιους. Η αποφυγή χωρίς εξέταση των αρνητικών συναισθημάτων και στιγμών απογοήτευσης δεν προσφέρει τίποτε άλλο παρά στασιμότητα. Κι αυτό είναι αληθές καθώς η πορεία για πρόοδο και εξέλιξη είναι συνυφασμένη με απογοητεύσεις και αποτυχίες.

Έτσι, όποιος θέλει να προοδεύσει δε μπορεί να φοβάται την αποτυχία και την απογοήτευση. Είναι ωστόσο δυνατόν για κάποιον να νιώθει πραγματικά ευτυχισμένος στην κατάσταση στην οποία βρίσκεται αλλά θεωρώ πως είναι αδύνατον για κάποιον να ζει χωρίς πρόοδο και χωρίς αυτοεξέλιξη, και άρα χωρίς απογοήτευση στην πορεία. Αυτό δεν πρέπει να σημαίνει πως η απογοήτευση πρέπει να γίνει η ζωή κάποιου ή να την αποδέχεται σε τέτοιο βαθμό όπου να τον καταβάλλει και να τον λυγίζει για μεγάλο χρονικό διάστημα. Ένας νους πρέπει να εντοπίζει τις απογοητεύσεις, να τις εξετάζει και να υπάρχουν μέσα του για μικρό χρονικό διάστημα. Προσωρινά. Ακολούθως, αφού πρώτα τις αντιληφθεί, εξετάσει και έχει πατήσει στο σκαλοπάτι που δημιουργησαν, συνεχίζει το ταξίδι του, διαλέγοντας τα μονοπάτια του πιο σοφά, ένα βήμα τη φορά, αφού τώρα ξέρει.

Υπάρχει γενικά η καντιανή αντίληψη πως πρέπει να νιώθουμε πάντα ευτυχισμένοι και να αποφεύγουμε την απογοήτευση, με οποιοδήποτε κόστος. Ωστόσο, δεν υπάρχει ευτυχία χωρίς απογοήτευση και επιτυχία χωρίς επιτυχία. Όπως θα έλεγε ο Ηράκλειτος: η απογοήτευση είναι αυτό που δίνει σημασία στην ευχαρίστηση, στην ευτυχία. Και αντίθετα. Χωρίς την αντίθετή της, η κάθε λέξη σταματά να είναι λέξη και είναι απλώς ένα σύμπλεγμα γραμμάτων. Τα αντίθετα, η συνεχής κίνηση από το ένα στο άλλο, είναι αυτό που δίνει στις λέξεις το νόημά τους. Δεν υπάρχει θετικό χωρίς αρνητικό, δεξιά χωρίς αριστερά, επιτυχία χωρίς αποτυχία. Έτσι, εξ ορισμού, η επιτυχία χρειάζεται την αποτυχία για να υπάρξει και να λειτουργήσει.

Επίσης, εννοείται πως κάθε επεξεργασία και ανάλυση οποιασδήποτε αρνητικής σκέψης ή στιγμής απογοήτευσης πρέπει να ακολουθείται από πράξεις οι οποίες θα οδηγήσουν στην ευτυχία, αλλιώς ο άνθρωπος ο οποίος επεξεργάζεται τις σκέψεις αυτές θα καταλήξει μοιρολάτρης και παθητικός, αφήνοντας την απογοήτευση να τον καταβάλει και να γίνει αυτός, βυθίζοντάς τον εαυτό του τόσο βαθιά που αν καταφέρει να βγει ποτέ στην επιφάνεια, θα είναι εμφανώς πληγωμένος από τον παρ’ολίγον πνιγμό του.

Έτσι, υπάρχει οπωσδήποτε θετική νότα στην απογοήτευση και στην αποτυχία και ως εκ τούτου δεν πρέπει να αποφεύγεται. Η απογοήτευση μπορεί και πρέπει να χρησιμοποιηθεί ως μέσο επίτευξης της επιτυχία και της ευτυχίας. Με σωστό χειρισμό της απογοήτευσης και της αρνητικής σκέψης, ο άνθρωπος μαθαίνει να διαλέγει τα μονοπάτια του, τι τον ευχαριστεί και τι όχι κι έτσι να φτάνει συνεχώς ένα βήμα πιο κοντά στη δική του τελιοποίηση.

6

Posted: Δεκεμβρίου 23, 2014 in Διάφορα, Σοβαρομιλώ

Έτσι μέρες πριν 6 χρόνια εδημιούργησα τούτο το μπλογκ, μια απόφαση ορόσημο στην ως τωρά ζωή μου. Λόγω διαφορων καταστάσεων στο σχολείο και αλλού αλλά τζιαι λόγω χαρακτήρα τζιαι επίσης επειδή εβρίσκουμουν στην αρχή της εφηβείας, 14 παρά κάτι χρονών, ήταν μια περίοδος που είχα κλειστεί αρκετά στον εαυτό μου. Το ιντερνετ ήταν το καταφύγιο μου, μια άλλη ζωή, ένας δικός μου κόσμος που εμπορούσα να μπω να εκφραστώ, να αναζητήσω, να κοινωνικοποιηθώ με το δικό μου τρόπο. Άρκεψα με τα τότε κυπριακά φόρουμς, το sovarepsou.com, το katsekala.com, το varkoume.com, cypruswarez.com, με parody profiles στο hi5 τζιαι ακολούθως στο facebook, αστεία βίντεο στο youtube, τζιαι blogs. Τον Δεκέμβρη του 2008 στα μπλογκς ήταν ο φιρφιρής, ο λεξιπένητας, η φουκού, o cncminustv, ο terra incognita, η psychia, η δρακούνα, η agapitekyrieimerologie, η roam, ο αντίχριστος, ο Joshoua, ο Ανδρεας MegaHz, ο Μαρίνος. Κάποιοι που τούτους συνεχίζουν να μας γράφουν, άλλοι αποχωρήσαν τζιαι αφήκαν το σημάδι τους στην κυπριακή μπλογκόσφαιρα.

Εν θυμούμαι πώς έππεσα πάνω στα πρώτα μπλογκς που εθκιέβασα αλλά θυμούμαι πως τα πρώτα που εθκιέβασα τζιαι εκάμαν μου εντύπωση ήταν του φιρφιρή, της δρακούνας, του Joshoua. Είχα εντυπωσιαστεί που το χιούμορ του φιρφιρή, τη δημοτικότητα της δρακούνας τζιαι τις εξαιρετικές ιστορίες του Joshoua. Μέσα που μιαν ίσως αφελή καλοπροαίρετη ζήλια που το ‘μεγαλείο’ των προαναφερθέντων μπλόγκερ τζιαι μιαν επιθυμία για έκφραση, δημιουργία τζιαι εξωτερίκευση συναισθημάτων, ήθελα τζιαι γω να δημιουργήσω το δικό μου μπλογκ. Είχα πιάσει ένα κυπριακό λεξικό για να βρω ένα τυχαίο όνομα για το μπλογκ τζιαι έππεσα πάνω στο δουκάτον, το οποίο σημαίνει νόμισμα. Το misharos εν θυμούμαι πως τζιαι γιατί το επέλεξα.

Το μπλογκ για μένα ήταν αρκετά μεγάλη αλλαγή. Ήταν ένας τόπος στον οποιο εμπορούσα να εκφραστώ όπως ήθελα, χωρίς να φοούμαι ότι κάποιος εννα με κατακρίνει ή να σχολιάσει άμεσα κάτι που εννα πω, όπου ήμουν ελεύθερος να ξαναδημιουργήσω τον εαυτό μου που το μηδέν, διορθώνοντας τις όποιες ατέλειες, προσεγγίζοντας έναν καινούργιο κόσμο τζιαι νέους αθρώπους.

Γρήγορα, ήβρα ανταπόκριση σε τζίνα που έγραφα, όπως κάθε καινούριος μπλόγκερ τζιαι μιαν πολλά ζεστή ατμόσφαιρα. Αθρώποι καθημερινοί, απλοί, διαφορετικοί. Εν εφαντάζουμουν πως εμπορούσα να θκιεβάσω τους καθημερινούς αθρώπους που θωρεί κάποιος στο δρόμο, σε ένα περίπατο στην πόλη, σε ένα πάρκο ή σε κάποια εκδήλωση, τζιαι να γελάσω, να προβληματιστώ, να μάθω, να κλάψω, να ανατρισιάσω, να κάμω όνειρα. Τζι’όμως, μέσα που τα μπλογκς τούτον έγινεν αλήθκεια. Αθρωποι χωρίς ιδιαίτερες δεξιότητες στο γράψιμο, τζι’όμως εκαταφερναν τζιαι εμετέφερναν τόσα συναισθήματα. Γιατί εγράφαν όπως ένιωθαν, όπως τους έφκαιννε. Αγνά τζι’ωραία. Τούτον με εντυπωσίασε τζιαι εκράτησε με στα μπλογκς.

Το μπλογκ έκαμεν με να αγαπήσω το γράψιμο, τόσο που ναν το μόνο μέσο για μένα για να εκφραστώ. Εγνώρισα εξαιρετικούς ανθρώπους, έμαθα πολλά πράματα, έπιασα πολλήν αυτοπεποίηθηση, εκτίμηση για τον εαυτό μου τζιαι για τους άλλους αθρώπους. Εκρατούσα στο μπλογκ, τζιαι προσπαθώ να κρατώ ακόμα, μιαν πολλά οπτιμιστική στάση για τη ζωή, μια ζωή που έσιει ως αξίαν της την αγάπη για τον άνθρωπο τζιαι τη φύση, την αρμονία, την αλληλεγγύη. Κάποτε έγραφα χιουμοριστικα ποστ τζιαι αρκετές πελλάρες. Τωρά γράφω κυρίως σοβαρά ποστ φιλοσοφώντας διάφορα θέματα.

Σε τούντο μπλογκ άλλαξα, έγινα ο ονειρικός μου εαυτός που εν εκατάφερα να γίνω στην πραγματική ζωή. Τζιαι δαμέ έρκουμαι στο μεγάλο πρόβλημα του να γράφει κάποιος ανώνυμα. Δεδομένου ότι ο ανώνυμος συγγραφέα είναι διαφορετικός που τον πραγματικό συγγραφέα τότε δημιουργείται ένας τρίτος εαυτός (οι πρώτοι δύο εν παρόμοιοι του id τζιαι του ego του Freud, θα τους αναλύσουμε άλλη φορά), ο οποίος είναι παράγωγος αλλά διαφορετικός του πραγματικού συγγραφέα. Τούντα 6 χρόνια ο πραγματικός μου εαυτός άλλαξε, εβελτιώθηκε, αλλά εν έφτασε το επίπεδο του misharou. Επικεντρώθηκα στο να βελτιώσω τούντον καινούριο άθρωπο που εδημιούργησα τον Δεκέμβρη του 2008, τόσο που άφηκα τον πραγματικό μου εαυτό στην άκρη. Το ιδανικό θα ήταν ο μισιαρός να ήταν το ίδιο με τον πραγματικό μου εαυτό, ή ο πραγματικός εαυτός να εκαθόριζε τον μισιαρό, όι το αντίθετο. Γι’αυτό τζιαι όταν κάποιος έξω μπορεί να μου σχολιάσει κάποιο άρθρο, να πει μπράβο ή να κριτικάρει αρνητικά, νιώθω πως τούτες τις κουβέντες λαλουν τες στον μισιαρό, όι στον πραγματικό μου εαυτό. Νιώθω ότι είμαστε σε κάποιο βαθμό 2 διαφορετικά πλάσματα. Όπως τζιαι να’σιει.

Τόσα χρόνια εγέλασα με τα αστεία του φιρφιρή,του invictus, της αχάπαρης, της σάικ, της cake, του panic, εχαλάρωσα θκιεβάζοντας τη λένη, την εολικα, το τσαρτελλούι, εταξίδεψα με τα ποστς της post babylon, της ερυκίνης, του αντίχριστου, εγνώρισα δασκάλους της ζωής, όπως το νυχτερινό ποδηλάτη, τον κώστα πατίνιο το διάσπορο, τον ασέρα, είδα συναισθήματα να φκαίνουν που τες λέξεις στην οθόνη τζιαι να μπαίνουν μέσα μου να με κυριεύουν στα ποστς του joshoua, της νεράιδας, του twistedtool τζιαι του unshaved bastard, έλαβα γνώσεις τζιαι δίψα για μάθηση που τον defiance τζιαι τη μάνα, εμπήκα μεσα στες καθημερινότητες των ανθρώπων στα ποστ της πρασινάδας, της joy tears, της κολόνας, της καισί, της moonlight, της beatrix, είδα τον εαυτό μου στα κείμενα της δεσποσύνης, της ruthless, της urban tulip, εθκιέβαζα (συμ)μαθητές όταν ήμουν σχολείο, την pellameni, την ingenue, την peripextra, την creatingourantidote, την εγώ ειμαι, την nightmare after dawn, τον αλέξαντρο, τον dm3k, τον dr ponojefalo, τον αρχοντικόν, την firebolt, τη μυρτώ, είδα πραγματική όρεξη για επανάσταση που τον osr, τον m4trix87, τον pasanakata, τζιαι ενεκάτσιασα με τα ποστ του νεου ελληνοκυπριου, του christofias-watch τζιαι της αντιπαρακμής, που γυρεύκουν αφορμές να χωρίζουν τους αθρώπους. Τζιαι ένα σωρό άλλους που που δικό μου λάθος ξεχνώ.
Αρκετοί που τους προαναφερθέντες εκλείσαν το μπλογκ τους ξαφνικά, με ή χωρίς προειδοποίηση, αλλοι έγραψαν για τελευταία φορά χωρίς να ξέρουμεν εμείς τζιαι ίσως ούτε τζίνοι ότι το ποστ εκείνης της ημέρας θα ήταν το τελευταίο. Όπως αρκετούς ανθρώπους στη ζωή, που φεύκουν ξαφνικά ή όι, τζιαι αφήνουν μιαν ωραίαν ανάμνησην.

Μπορεί να ακουστεί υπερβολή αλλά είσαστε για μένα μια οικογένεια στην οποίαν επέρασα αρκετά μεγάλο μέρος της εφηβείας μου. Έφκαλα δαμέσα πολλά συναισθήματα, εγνώρισα τον εαυτό μου τζιαι εδημιούργησα έναν άλλο, όπως είπα τζιαι πριν εγνώρισα εξαιρετικούς αθρώπους, έμαθα πάρα πολλά πράματα, έγραψα ένα βιβλίο το οποίον εφκήκεν μέσα που τούντο μπλογκ, είχα την ευκαιρία να «εισβάλω» στον κόσμο άγνωστων καθημερινών ανθρώπων τζιαι να θκιεβάσω την ζωήν τους, τις σκέψεις τους, τους προβληματισμούς τους. Πιστεύω το ίδιον ισχύει τζιαι για σας.

Ευχαριστώ τζιαι να τα εκατοστήσουμε.

Φαντάζομαι τον Έρωτα, τον αρχαίο ελληνικό θεό, να ζούσε πάνω απ’τον Όλυμπο και να’δινε στον ερωτευμένο το κλειδί της καρδιάς του άλλου, με αντάλλαγμα το μισό της δικής του καρδιάς.

Το μισό του ερωτευμένου ταξίδευε τότε προς τη γειτονιά των συννέφων του Έρωτα και περίμενε το άλλο του μισό για ν’ανοίξουν μαζί την καρδιόμορφη κλειδαρότρυπα των πυλών του παλατιού του Έρωτα.

Κάποια μισά ήταν τόσο ερωτευμένα που ξεκινούσαν μαζί το ταξίδι τους. Άλλα συναντιόντουσαν στην πορεία, κι αλλα έξω απ’ τις πύλες του παλατιού. Έπαιρναν τα κλειδιά απ’τους ερωτευμένους υπηρέτες του Έρωτα, ξεκλείδωναν το ένα το αλλο, κι αφού άνοιγαν την καρδιόμορφη κλειδαρότρυπα, ενώνονταν εις καρδίαν μίαν, ξέροντας πως εκείνη τη στιγμή, τα αντίστοιχα μισά τους, ενώνονταν εις σάρκαν μίαν.

Κι ήταν όμως και τα μισά που το άλλο μισό τους ερχόταν αργοπορημένο, τόσο που όταν προσπαθούσαν να ξεκλειδώσουν το ένα το άλλο, έβλεπαν πως τα κλειδιά και οι κλειδαριές ήταν σκουριασμένες. Κάποια κλειδιά δεν έμπαιναν καν στις κλειδαριές. «Αλλάζουν οι καρδιές ξέρεις, όπως κι οι άνθρωποι, ειδικά όταν είναι μισοί», έλεγαν και έπαιρναν χωριστά το δρόμο προς τη γη, πίσω στον άνθρωπο που είχαν αφήσει μισόκαρδο.

Υπήρχαν κι οι μισές καρδιές που είχαν αναπτύξει τέτοια σχέση με το δικό τους μισό που το ταξίδι και η αναμονή για το άλλο μισό τους προκαλούσε αναστάτωση και ανασφάλεια. Επέστρεφαν έτσι, όσο πιο γρήγορα γινόταν, στη ζεστή αγκαλιά του μισού που ήξεραν. Του δικού τους μισού.

Πότε-πότε στο δρόμο από και προς το παλάτι του Έρωτα, έβλεπε κάποτε κάποιος 1/4 καρδιάς, ή 2/7, ή 3/13, να περιπλανιούνται συγχισμένα χωρίς σκοπό, σε χαώδεις κινήσεις. Ήταν τα κομμάτια καρδιάς που δεν έβρισκαν το δικό τους μισό, το μισό από το οποίο είχαν αποκολληθεί, αλλά ουτε και είχαν βρει το άλλο μισό. Το μισό στη γη, αντιλαμβανόμενο πως η αναζήτηση ήταν αποτυχημένη και η αναμονή μάταιη, άλλαζε αποφασισμένο να προχωρήσει, συνειδητά αγνοώντας το δικό του μισό. Από τότε, η μισή καρδιά στη γη, προχωρεί για πάντα πληγωμένη, κι η άλλη, κατεχόμενη από έρωτα, περιπλανείται αιώνια στις καρδιολεωφόρους και τα καρδιοσοκάκια, μεσ’σε απέλπιδες προσπάθειες να βρει το άλλο της μισό. Όσο η ελπίδα σβήνει, η μισή καρδια φθείρει τον εαυτό της, σπάζοντάς τον σε κομμάτια. Ζει ειρωνικές ακαριαίες στιγμές χαράς όταν τα κομμάτια βρίσκουν το ένα το άλλο και νομίζουν πως βρήκαν το άλλο τους μισό. Μα μουτρωμένα αποχωρούν όταν αντιλαμβάνονται πως το κομμάτι που βρήκαν ήταν το κομμάτι από το οποίο είχαν αποκολληθεί. Μέσα σε απόλυτη ντροπή δίνου την υπόσχεση να μην αναζητήσουν ποτέ ξανά τον έρωτα.

Κάποια μισά, έπειτα από αποτυχημένη αναζήτηση του δικού τους μισού στη γη, ανέβαιναν πάλι πάνω στο παλάτι του Έρωτα. Κάποια άλλα δεν είχαν φύγει ποτέ από το παλάτι και περίμεναν έξω απ’τις πύλες υπομονετικά, σε περίπτωση που το άλλο τους μισό ερχόταν, φοβούμενα μη φύγουν για μια στιγμή και το άλλο μισό έρθει και δεν τους βρει.

Κι έβλεπε κάποιος τα μισά αυτά να δοκιμάζουν απελπισμένα όλα τα είδη κλειδιών, πάνω σε όλους τους συνδυασμούς κλειδαριών, το καθένα από τα μισά σε όλα τ’άλλα, με την ελπίδα να βρεθεί το άλλο τους μισό. Έβλεπε επίσης εκατομμύρια μισές καρδιές, μαζεμένες έξω απ’την πύλη, να κοιτάζουν μέσα από τις καρδιόμορφες κλειδαρότρυπες, προσπαθώντας να πάρουν μια γεύση από έρωτα. Να τον έβλεπαν, έστω για λίγο, αφού δεν μπορούσαν να τον νιώσουν. Έβλεπαν τις ολοκληρωμένες καρδιές τόσο χαρούμενες που προς στιγμή πίστευαν πως δεν είχαν ζήσει ποτέ χωρίστα, πως δεν ήταν δύο μισά που ενωθηκαν, πως πάντα ήταν ένα.

Ήταν όμως και κάποιες μισές καρδιές που κάθονταν μόνες τους, κουρασμένες απ’ την προσπάθεια και την αναμονή, μακριά από τις πύλες του παλατιού, για να μη βλέπουν χαρές και να λυπούνται. Είχαν δει τα μάτια τους πολλά τέταρτα, πολλά δύο έβδομα, και πολλά τρία δέκατα τρίτα καρδίας να καταστρέφονται, χάνοντας όσα ρίσκαραν κι άλλα τόσα στο πονηρό παιχνίδι του Έρωτα. Είχαν δει επίσης μυριάδες μισά να μπαίνουν και να βγαίνουν τις πύλες του παλατιού· να χαίρονται, να απογοητεύονται, να απελπίζονται, να ερωτεύονται. Ήταν οι σοφοί των μισών καρδιών, κι όλων των κομματιών τους. Είχαν ζήσει των άλλων τον έρωτα πολλές φορές, καθώς έκαναν το δικό τους ταξίδι αναζήτησης. Ήταν γνωστές ως οι τραγικές μισές καρδιές, καθώς τα δικά τους μισά και τα άλλα τους μισά είχαν μάλλον πεθάνει, κι έτσι βρίσκονταν αιώνια φυλακισμένα στο κελί κάποιου χαμένου έρωτα…

Η τελευταία φορά

Posted: Οκτωβρίου 18, 2014 in Σοβαρομιλώ

Πριν αναμιση βδομάδα εστείλαν μας τις μεταθέσεις που το ΓΕΕΦ, τζιαι μερικές μέρες μετά εμετατεθήκαμε στη νέα μας μονάδα. Κάτι που σημαίνει για κάποιον ότι η καθημερινότητά του πρόκειται να αλλάξει σε κάποιο βαθμό. Οι διανυκτερεύσεις του, τα νουμερα του, οι διευκολυνσεις του, τα πλάσματα με τα οποία θα συναναστρέφεται, πόσο θα του γαμούν τη ψυχολογία του οι μόνιμοι. Αλλά εν τον κόφτει. Μέστην νέκρωση των συναισθημάτων του, εν νωθει. Τρώει ό,τι του σερβίρουν τζιαι λαλεί ότι 8 μήνες του εμείναν, προσπαθώντας να πείσει τον εαυτόν του ότι εν λλίοι.

Ο καλύτερος ορισμός του στρατού βρίσκεται, για μένα, στους στίχους του τραγουδιού «Διδυμότειχο blues». Αγχωμένη μαλακία. Θκυο λέξεις, τίποτε άλλο. Αν άλλαξα τους τελευταίους 15 μήνες; Φυσικά. Έχω περισσότερη υπομονή, ανοχή, αντίληψη της κοινωνίας, τύπους ανθρώπων που συμπαθώ και τύπους που αντιπαθώ, τζιαι μια αντίληψη πως έστω τζι’αν είμαστε νοήμοντα όντα, πολλές φορές λειτουργούμε σε κατάσταση ζούγκλας, κάτι που σημαίνει πως αν δεν βουττήσεις να διεκδικήσεις, να διαμαρτυρηθείς, να εκμεταλλευτείς καταστάσεις ακόμα τζι’αν τούτο σημαίνει πως άλλοι θα την έχουν σιηρότερα, τότε τίθεται θέμαν απειλής, αν όι της βιολογικής σου επιβίωσης, σίουρα της κοινωνικής. Επίσης, βλέπει κάποιος πόσο πολυ ρόλο παίζει το συμφέρον στις ανθρωπινες σχέσεις, ακόμα τζιαι σε στιγμές «φιλανθρωπίας» ή «αλτρουισμού». Ωστόσο, διαχωρίζω θκυο πράματα. Το μέσο τζιαι το αποτέλεσμα. Δημιουργούνται καλά αποτελέσματα με κακό τζιαι άσιημο τρόπο. Γι’αυτό αποφεύγω προς το παρών να συνδέσω τον στρατό ως στρατό, με όσες αλλαγές τον ακολουθούν. Εν συμβαδίζουν. Τις ίδιες σκέψεις θα ήσιε τζιαι κάποιος πρόσφυγας, που έφυε που την Κύπρο λόγω της εισβολής, τζιαι έγινε επιτυχημένος επιχειρηματίας στο εξωτερικό, ή ο Βίκτορ Φρανκλ, ο ιδρυτής της λογοθεραπείας και της Τρίτης Σχολής Ψυχοθεραπείας της Βιέννης, του οποίου οι εμπειρίες σε στρατόπεδο συγκέντρωσης των Ναζί, ήταν η αιτία να αλλάξει η κοσμοθεωρία του τζιαι ίσως ο λόγος που έγινε τόσο γνωστός στις επόμενες δεκαετίες. Αμφιβάλλω όμως αν ποττέ είπαν ευτυχώς που έγινε η εισβολή τζιαι το ολοκαύτωμα, αντίστοιχα. Η φύση των πραγμάτων που ακολουθούν ένα μέσο ή μια πράξη δεν είναι ανάγκη να είναι ίδια με τη φύση του μέσου ή της πράξης. Είναι θκυο διαφορετικά τζιαι ανεξάρτητα πράματα.

Όσον ηλίθια όμως να θεωρώ την ιδέα του στρατού όμως, η τελευταία μέρα πριν φύω που το στρατόπεδο στο οποίο επέρασα 11 μήνες, ήταν διαφορετική. Ίσως έτσι ναν οι τελευταίες φορές. Η τελευταία φορά που έβλεπα κάποια πλάσματα στη ζωή μου, η τελευταία φορά που τους εμιλούσα, η τελευταία φορά που ήμουν σε έναν τόπο στον οποίο το πιο πιθανόν εν θα ξαναπάω ποττέ στη ζωή μου, η τελευταία χειραψία. Τζιαι εν εγίναν ούλλα την τελευταία μέρα. Το μαγικό εν ότι ένιξερω πότε ήταν η τελευταία φορά. Μερικές ώρες ή μερικές μέρες πριν να φύω, είχα μιλήσει σε κάποια πλάσματα, χωρίς να ξέρω ότι τζίνη ήταν ίσως η τελευταία φορά που θα εμιλούσα σε κάποιους που τζίνους.

Τζι’έτσι, όταν κατί φτάνει στα τελευταία του, όταν τελιώνει, μεταμφιέζεται μαγικά. Σαν να τζιαι έπιαα τες καλές στιγμές τζιαι έδεισα τες με χειροπέδες για να μεν φύουν, την ίδια στιγμή που έδωκα φτερά στις κακές στιγμές για να πετάξουν μακριά. Μπορεί ώρες ώρες να τες θωρώ στον ορίζοντα τζιαι να με πληγώνουν νάκκο, όμως έχω παρέα τις καλές στιγμές. Τις κουβέντες με τους υπόλοιπους στρατιώτες τζιαι τους εφέδρους, ατακες των μονιμων, φάρσες, παραγγελίες.

Τζίνη τη μέρα εκάμναν μου παρέα οι καλές στιγμές μόνο. Μέστην σιουρκά της ζωής, ότι ο άθρωπος ενναν τζι’άυριο το ίδιο ζωντανός τζιαι άφθαρτος όπως σήμερα, ξιάννει να δει τες καλές του στιγμές, τζιαι καρτερά τη ζωή να του πει πότε τζιαι πώς να εκτιμήσει τις καλές του στιγμές.

Οι τελευταίες φορές εν παρεξηγημένες. Το τέλος έννεν κακό. Το τέλος δείχνει πρωτ’απ’όλα αρχή, μα πάνω απ’όλα δείχνει πορεία. Δείχνει ότι για να φτάσει κάτι στο τέλος του, εδιένυσε κάποια πορεία, που την οποίαν ο άθρωπος έλαβε αρκετά μηνύματα τζιαι μαθήματα. Φοούμαστε να αρκέψουμε κάτι επειδή εννα τελιώσει. Η αλήθκεια μια ένει όμως. Τα πάντα εννα τελιώσουν κάποτε. Είναι κανόνας. Γιατί; Επειδή υπάρχει ο θάνατός μας, με τον οποίο τελιώνουν τα πάντα. Κάποτε θα υπάρξει το τελευταίο φιλί, το τελευταί σ’αγαπώ, το τελευταίο κλάμα, η τελευταία αναπνοή, η τελευταία σκέψη, η τελευταία αγκαλιά, το τελευταίο φαϊ. Μπορεί να ξέρουμε ποια είναι μπορεί όχι. Όπως τζιαι με τους σειράες μου, που για κάποιους έξερα πότε ήταν η τελευταία μας χειραψία, τζιαι με κάποιους όχι.

Υπήρξεν μια στιγμή στο παρελθόν που οι γονιοί μου επιάσαν με πάνω τους, αφήκαν με κάτω, τζιαι εν με εξαναπιάσαν ποττέ ξανά. Κάποτε με την παρέα επαίξαμεν το τελευταίο μας χωστό, τον τελευταίο μας βασιλέα, το τελευταίο μας παιχνίδι λύκους και αρνάκια, εκερδίσαμε την τελευταία μας τάπα, επαίξαμε την τελευταία μας μάππα στο χωράφι της γειτονιάς, κάποτε ήταν η τελευταία φορά που επία σπίτι παιδικών μου φίλων. Ένιξερω πότε ήταν, εν έσιει σημασία. Σημασία έσιει ότι εσυνεβηκαν, ότι εν εφοηθήκαμε να τα αρκέψουμε επειδή κάποτε θα είχαμε να τραβήσουμε το πόνο του τέλους τζιαι τη νοσταλγία. Εδώκαμε σημασία στην πορεία, που την αρκή ως το τέλος.

Μπορεί να ακούεται κάπως pop culture αλλά ένα ρητό λέει «Don’t cry because it’s over. Smile because it happened». Τζιαι κρύβει κάποιαν αλήθεια που πίσω του, αν και αρκετές φορές εν κλαίμε επειδή τελιώνει κάτι, αλλά επειδή ήταν μικρή η διάρκειά του.

Το σημαντικό είναι πως το τέλος δείχνει ζωή, δείχνει τόλμη, δείχνει πορεία με αλλαγές, περιπέτειες, πόνο, μαθήματα.

Μακάρι η τελευταία φορά να αρκεί να έρτει, αν το θελήσουμε. Μακάρι η πορεία προς το τέλος να διαρκεί πάντα όσο θέλουμε.

Είθε στη ζωή μας να έχουμε όσες πιο πολλές τελευταιες φορες γίνεται, επιθυμουμε τζιαι μπορούμε, λοιπόν.

Η εφεδρούμπα

Posted: Σεπτεμβρίου 16, 2014 in Διάφορα, Σοβαρομιλώ

Εδώ τζιαι 2 μήνες περίπου, που τον τζιαιρό που απολυθήκαν τζιαι επίσημα οι παλιοί δηλαδή, έρκουνται φουρνιές εφέδρων στο στρατόπεδο για 48ωρη παρουσίαση, για να παίζουν χαρτιά τζιαι τάβλι, για να θωρούν τες μάππες της ημέρας, για να συζητήσουν για πολιτική, ποδόσφαιρο τζιαι οικονομία, για να τζιοιμούνταιγια να λείπουν που τα κοπελλούθκια τουςγια να χάννουν μεροκάματα, για να τρων άσκοπα τις ώρες τους. Λυπάσαι τους. Αθρωποι με δουλειές, κοπελλούθκια, οικογένεια, υποχρεώσεις, να έρκουνται στη φυλακή για 48 ώρες, χωρίς κανένα λόγο. Ίδιας φύσης σκέψεις κάμνω βλέποντας πάνω σε τι χαραμίζει η κυπριακή δημοκρατία τα 18-19-20χρονα αρσενικά της.

Όπως τζιαι να ‘σιει, οι εφέδροι διούν μιαν άλλη νότα στο στρατόπεδο. Εν οι αθρώποι που εν ένα μέρος τούτου που αποκαλούμε κοινωνία. Της κοινωνίας που εννα μπούμε τζι’εμείς σύντομα. Τούτοι εν οι αθρώποι που αγαπήσαν, εχωρίσαν, εχάσαν δικούς τους, είδαν αδικίες, είδαν αθρωπιά, εμάθαν τους άγραφους νόμους της ζωής,  εταξιδέψαν, αγαπήσαν ή αρνήθηκαν εαυτόν, είδαν πώς φκέννει το ψωμί, απολυθήκαν, απογοητευτήκαν τζιαι εχαρήκαν σε ψηλό επίπεδο. Αθρώποι 22χρονοι τζιαι 45ριες, εργαζόμενοι ή άνεργοι, έυποροι ή άποροι, «ώριμοι» τζιαι «ανώριμοι», «πολιτισμένοι» τζιαι «χώρκατοι». Τούτον θωρείς στο στρατό, τον κάθε άθρωπο ναν μια κατηγορία που μόνος του.

Τα χρόνια τζιαι οι εμπειρία ορισμένες φορές διούν σοφία τζιαι κάποιας μορφής ωριμότητα. Τζιαι οι εφέδροι τούτον έχουν: χρόνια τζιαι εμπειρία. Είναι ο καθένας τους ένα δωρεάν βιβλίο, όπως φυσικά τζιαι ο κάθε άθρωπος, το οποίον αννοίει μέσω της ανθρώπινης βιβλιοθήκης, η οποία στην περίπτωσή μου είναι η σκοπιά. Καλούμαστε να περάσουμε 2 ή 4 ώρες της ημέρας, με έναν άνθρωπο που δεν εξαναγνωρίσαμε, έναν άνθρωπο-βιβλίο να μας θκιαβάζει τις ιστορίες του, τες εμπειρίες του τζιαι να μας δια τες συμβουλές του. Με ορισμένους η ώρα στην σκοπιά ήσιεν πολλά λλίες παύσεις. Τις περισσότερες φορές ήταν ενδιαφέρουσα συζήτηση, σε μερικές βαρετός μονόλογος που σου τραβά την ενέργειά σου.

Εθκιέβασα ταξιδιωτικούς οδηγούς.Εφκαλα σκοπιά με εφέδρους που εγυρίσαν σε πολλές χώρες του κόσμου, που τους οποίους αποσπούσα πληροφορίες για την κάθε χώρα, την ίδια στιγμή που το όνειρο μου για να γυρίσω τον κόσμο εφαίνετουν έστω τζιαι λλίο πιο πραγματοποιήσιμο. Άκουσα κάποιον να μου περιγράφει πως επέρασε τη προηγούμενη βδομάδα στην Ταϊλάνδη, άλλον να μου λαλεί πώς έκαμε το γυρο της Ευρώπης με τη μοτόρα όταν ήταν 22 χρονών, άλλον να μου αναλύει τις εμπειρίες που ήσιεν 12 χρόνια στις ΗΠΑ. Τζιαι γω να ακούω με θαυμασμό, ζήλια τζιαι ελπίδα, εντυπωσιασμένος που τες λεπτομέρειες τζιαι το βάθος που είχαν τα βιβλία μπροστά μου. Ζωντανά βιβλία, με ερωτήσεις τζιαι απαντήσεις. Είχαν κοινό σημείο ότι εσταματήσαν τα ταξίδια όταν εκάμαν οικογένεια. Αν και συνηθισμένο, η δημιουργία οικογένειας ομολογουμένως κρύφκει πολλές, μα πάρα πολλές θυσίες. Τζιαι η θυσία του εαυτού μας εν το πιο δύσκολο πράμα να αποδεκτούμε.

Εθκιέβασα μαθήματα ζωής. Αθρώπους που, όπως είπα πριν, απεκτησαν εμπειρία τζιαι ενσωματωθήκαν στην κοινωνία – της οικογένειας, των σχέσεων, των άγραφων κανόνων της. Που μου λεν ότι ο στρατός εν καλός τζιαι βοηθά σε, τζιαι θωρώ τους με το μισό μου, αλλά ταυτόχρονα σκέφτουμαι ότι μέσα που την δικήν τους γωνιάν αντίληψης, έχουν δίκαιο. Που βιώνουν τη φάση της ζωής μετά την απομυθοποίηση, δηλαδή την πραγματική όψη του μύθου που βλέπει ένας έφηβος, τζιαι βρίσκεται στα μέσα του βιβλίου του οποίου την περίληψη θκιεβάζει ένας νέος. Να προσπαθούν να σου πουν αλήθκειες τις οποίες όμως μαθαίνεις μόνο άμα φάεις τον πάτσο της εμπειρίας. Αλήθκειες για τον τρόπο που λειτουργεί η κοινωνία – πόση διαφθορά υπάρχει, πόση κακία, πόση εκμετάλλευση, πόση αδικία. Όταν τους θωρείς με ένα ύφος δυσαρεστημένο, προσπαθούν να σου πουν ότι είναι η άσχημη αλήθεια, η οποία πηγάζει μέσα που το γεγονός ότι ο άνθρωπος, είναι ακόμη ένα ζώο, που προσπαθεί να επιβληθεί, να νικήσει, να επιβιώσει, να χρησιμοποιήσει.  Τζιαι να σου λαλούν ταυτόχρονα με ένα καθυσηχαστικό τόνο, όμως ότι το να είσαι καλός με τους υπόλοιπους τζιαι με τον εαυτό σου, είναι πολλά πιο ωφέλιμο που το να είναι κάποιος ο άνθρωπος ο οποίος γυρεύκει πάντα ένα μέσο εκμετάλλευσης για να ανεβεί σκαλοπάτια εξουσίας, τζιαι πως η εξουσία τζιαι το χρήμα έννεν τόσο σημαντικά όσο είναι κάποιος ο οποίος προσπαθεί να είναι καλός άθρωπος. Τι εν ο καλός άθρωπος στο τέλος της ημέρας όμως; Ο ηθικός μήπως; Ο καθένας θα σου απαντήσει αυτός που ζει στα μέτρα του εαυτού του. Ο νικητής έννεν με ο καλός με ο κακός, αλλά τζίνος που εννα πετύχει τους στόχους του, χωρίς να μετανιώσει, όποιοι τζιαι ναν τούτοι. Κι είτε ο δρόμος περιέχει αλληλεγγύη ή εκμετάλλευση, βοήθεια ή απραγία, αλτρουισμό ή εγωκεντρικότητα, ο προορισμός εν ο στόχος του καθενού. Το σίγουρο εν ότι ο δρόμος θα εν γεμάτος εμπόδια, σκληρότητα τζιαι απογοήτευση γιατί τούτος εν ο κόσμος που ζούμε. Ετσι εν η φύση του.

Εθκιέβασα βιβλία κωμικά. Πουτζίνα που μπορεί κάποιος να διαβάσει στην τουαλέτα. Με μερικούς το γέλιο εν εσταματούσε. Έχουν τζιαι οι πελλάρες την χάρην τους, χαλαρώνουν. Πελλάρες του στρατού, πελλάρες της εφηβείας τζιαι της νεανικότητας. «Κάμνε πελλάρες ώσπου είσαι μιτσής, γιατί μετά…εν έσιει». Πάντα με όρια υποθέτω. Η ερμηνεία της πελλάρας εν ότι εν έσιει όρια, αλλά υποθέτω ξέρει τζιαι ανακαλύπτει ο καθένας τα όριά του.

Εθκιέβασα βιβλία γνώσεων, συγκεκριμένα με ένα φοιτητή μηχανολογίας, με τον οποίο εσυζητούσαμε η ώρα 3 το πρωί ,  με αφορμή το ότι που το στρατόπεδο φαίνουνται καθαρά τα αστέρια τζιαι αμυδρά ο γαλαξίας, για αστροφυσική, για τη θεωρία της σχετικότητας, για το φως, για το σύμπαν, τζιαι έκαμεν με να ξανασκεφτώ να σπουδάσω φυσική.

Εθκιέβασα βιβλία όφκερα. Όι εφέδρους που εν είχαν κάτι να μου προσφέρουν – που ούλλους επροσπαθούσα να πιάσω τζίνο το κάτι που εγώ εν ήξερα, τζίνη την κοσμοαντίληψη που εγώ εν αντιλαμβάνουμουν. Βιβλία όφκερα σιωπής. Με κάποιους το μόνο που ανταλλάσαμε ήταν ένα «χαίρετε». Μερικές φορές θέλει ο άθρωπος μοναξιά, της οποίας προσωπικά είμαι λάτρης. Ήσιε φορές που επίεννα στη σκοπιά τζιαι επαρακάλουν να μεν έρτει έφεδρος, για να βυθιστώ στες δικές μου σκέψεις, να κάμω τες δικές μου συζητήσεις, να σκεφτώ, να προβληματιστώ. Κάποιες που τούτες τις φορές ήρταν άτομα που είχαν να πουν πράματα χρυσά.

Έτσι, θωρείς ότι ο κάθε άνθρωπος που γνωρίζεις ξέρει κάτι που ένιξερεις. Ο κάθε «ξένος» εν στ’αλήθκεια πολλά πιο οικίος απ’όσο μπορούμε να φανταστούμε τζιαι είναι ένα σύμπαν που μόνος του. Ένα σύμπαν σκέψεων, απόψεων, συναισθημάτων, γνώσεων, εμπειριών.

Θκυο ώρες με έναν τυχαίο άθρωπο, που εν εξαναείδα τζιαι δεν θα ξαναδώ.

Έναν ανοικτό βιβλίο σε μια βιβλιοθήκη αθρώπων.

Απλώς, άρεσε μου.