άτιτλο

Κάμνεις τη λίστα για το χριστουγεννιάτικο τραπέζι.

Μετράς, φτάνεις σε ένα αριθμό ατόμων.

Μετά αρκέφκεις τζι’αφαιρείς.

Αφαιρείς έναν, μετά ακόμα έναν.

Τζι’ακόμα έναν.

Γράφεις κάτω τον αριθμό.

Θυμάσαι πως έσιεις ακόμα έναν να αφαιρέσεις.

Σβήνεις. Αφαιρείς ξανά.

Κάθε χρόνο η λίστα γίνεται τζιαι πιο μικρή.

Τζιαμέ φαίνεται ο θάνατος.

Advertisements

Τα μωρά

Πρώτη φορά είχαν έρτει τα μωρά στον τόπο που σπουδάζω. Ήταν εμφανές στον τρόπο που εκοιτάζαν το τοπίο τζιαι τα κτίρια γυρών τους μόλις είχαν κατεβεί που το τρένο το πόσην όρεξην είχαν να ανακαλύψουν τζιαι να περιπλανηθούν στην πόλη.

Κάτι που ξεχωρίζει τα μωρά που τους μεγάλους είναι ότι τα για τα μωρά τα πάντα είναι άγνωστα, τζιαι στην προσπάθειαν τους να μάθουν πράγματα για τον κόσμο ασκούν περιέργεια σε οτιδήποτε βρίσκεται γυρών τους. Έστω κι αν ζουν σε μια ρουτίνα, υπάρχουν δεκάδες πράματα που προσέχουν καθημερινά τζιαι προσπαθούν να μάθουν ‘πώς’ τζιαι ‘γιατί’.

Έτσι τζιαι τούτα τα μωρά που επισκεφτήκαν την πόλη που σπουδάζω – Γιατί χτίζουν δαμέ; Τι ήσιεν πριν δαμέ; Πώς πάμε στο τάδε εστιατόριο; Τι σημαίνει το έμβλημα της πόλης; Ποιου εν τούτη η προτομή; Γιατί έσιει κόκκινα λουλούδια στο άγαλμα; Πόσο παλιό εν τούτο το κτίριο;

Μαζί με πολλές άλλες ερωτήσεις τζιαι παρατηρήσεις για τα ωράρια των καταστημάτων, τα απορριματοφόρα, τους δρόμους, τους τύπους των αυτοκινήτων, τα ρούχα των ανθρώπων, τις πλάκες στην πλατεία, την αρχιτεκτονική των κτιρίων, τις αίθουσες του πανεπιστημίου, τα λεωφορεία.

‘Θέλω να δοκιμάσω να ανοίξω εγώ την πόρτα του σπιτιού τούντην φορά’, είπεν το ένα μωρό, ενθουσιασμένο που η πόρτα δεν ήσιε κλειδί, αλλά ψηφιακό πληκτρολόγιο με αριθμούς το οποίο εμφανιζόταν σε οθόνη πάνω στην πόρτα αφού έβαζες την παλάμη σου πάνω στην οθόνη. ‘Θέλω να σε πάρω εγώ στο ποτάμι’, είπεν το άλλο μωρό όταν μετά που θκυο μέρες στην πόλη ένιωσεν ότι ήξερεν αρκετά για τούτην ώστε να μπορεί να περιπλανείται μόνον του.

Μόνο που εν ήταν ακριβώς μωρά. Ήταν οι γονείς μου.

Εν ωραίο να τους βλέπεις να ξαναανακαλύπτουν τον κόσμο μέσω εσένα.

Youth calls to age

You too have seen the sun a bird of fire
Stepping on clouds across the golden sky,
Have known man’s envy and his weak disire,
Have loved and lost.

You, who are old, have loved and lost as I
All that is beautiful but born to die,
Have traced your patterns in the hastening frost.
And you have walked up in the hills at night,
And bared your head beneath the living sky,
When it was noon have walked into the light,
Knowing such joy as I.

Though there are years between us, they are naught
Youth calls to age across the tired years:’What have you found,’ he cries, ‘what have you sought?’
‘What you have found,’ age answers through his tears,
‘What you have sought’

Dylan Thomas

Είμαι πλέον σημαντικός.

Είμαι πλεόν σημαντικός.

Άρκεψα να’χω meetings τζιαι συναντήσεις. Εν το ίδιο πράμα, αλλά χρησιμοποιώ τα interchangeably (βλέπεις πως χρησμοποιώ την αγγλική α;), μπας τζιαι σε πείσω πως έχουν καμιά διαφορά. Την περασμένη Πέμπτη όταν με έπιανες τηλέφωνο, απάντησα σου το την δεύτερη φορά (αφού το άφησα να παίξει λλίες φορές) τζιαι σου είπα «Ρε είμαι busy τωρά, να σε πιάσω σε λλίο». Πρόσεξε, busy, όι απασχολημένος. Έσιει διαφορά. Τι; Καρτεράς ακόμα να σε πιάσω; Αφού είμαι busy είπαμε. Τζιαι ξέρεις με, αγχώνουμαι τζιαι νοιώθω τζιαι ωραία.

Το άλλο εν σου το είπα, απέκτησα τζιαι πρόγραμμα. Όι schedule, ακούεται πολλά pretentious*. Γι’αυτό τζιαι όταν με ρώτησες αν μπορώ για καφέ την ερχόμενη Τρίτη στις 4, είπα σου «να δω το πρόγραμμα μου τζιαι να σου πω». Είμαι κανένας αθκιασερός ενόμισες;

Να σου πω τζιαι το καλύτερο, εξαναξεκίνησα το τρέξιμο. Όι το κανονικό όπως παλιά, ούτε βουρώ με το αυτοκίνητο. Βασίκα, ένιξερω ποιο τρέξιμο. Απλώς άμα με ρωτήσεις τι κάμνω λαλώ σου «βουρώ». Το παράξενον εν ότι που τον τζιαιρόν που άρκεψα τζιαι «βουρώ», έβαλα τζιαι κιλά. Ίντα πράμαν α;

Αλλά έστω τζιαι ότι βουρώ, εννοείται ότι πάντα όταν βρεθούμε θα έρτω λλίο καθυστερημένα. Εκτός φυσικά αν έχω meeting ή συνάντηση. Ξέρεις, εν τόσο packed το πρόγραμμα μου που δυστυχώς εν προλαβαίνω να έρκουμαι στην ώρα μου. Μεν έρτω στην ώρα μου τζιαι νομίσεις ότι εν είχα κάτι άλλο να κάμω πριν. Άσχετον ότι έσιει φορές που είμαι λλίοτερον παραγωγικός που σλοθ που τζιοιμάται – εννοείται ότι εν πρέπει να το ξέρεις.

Τζιαι τέλος, το άλλο το κουφό εν ότι πάντα είχα πράματα να παραδώσω σε συγκεκριμένες ημερομηνίες, αλλά μόλις πρόσφατα απέκτησα deadlines. Τζιαι πάντα λαλώ σου σε ποιες ημερομηνίες εν τα deadlines μου τζιαι πάντα πιάννεις με τηλέφωνο λλίες μέρες πριν για να βρεθούμε. Πώς εν τις θυμάσαι;!

Αφού λαλώ σου.

Είμαι πλέον σημαντικός.

*Όπως το σύντομο ανέκδοτο: «Pretentious? Moi?»

 

Νοσταλγία

Δεν ξέρω τι είναι για σένα τα συρτάρια του γραφείου σου, αλλά τα δικά μου είναι αποθήκη. Αποθήκη μικροπραγμάτων. Μικροπραγμάτων σε μέγεθος, φυσικά – για να χωράνε στο συρτάρι. Όχι μικροπραγμάτων σε αξία. Δεν είναι αυτό που λέμε ‘είναι μικροπράγματα’. Έχουν αλλού τη θέση τους αυτά – γι’αυτό έχουμε τους καλάθους. Για τα πράματα που’ναι μικρά – σε αξία και σε μέγεθος.

Και επειδή το συγκεκριμένο αντικείμενο ονομάζεται συρτάρι και όχι κάλαθος, τείνω εκεί μέσα να φυλάω αρκετά πράματα αξίας. Και όχι, δεν εννοώ πράματα ακριβά ή πολύτιμα. Εννοώ πράματα που έχουν αξία για μένα, πράματα που μόνο εγώ ξέρω γιατί αξίζουν. Πράματα που αν πεθάνω αύριο θα χάσουν την αξία τους. Πράματα που εσύ θα πέταγες στον κάλαθο γιατί είναι μικροπράγματα. Γιατί σε αντίθεση με πράματα ακριβά ή πολύτιμα, τα δικά μου μικροπράγματα δεν είχαν πάντα αξία – μαζί τη δημιουργήσαμε.

Κι επειδή μου αρέσουν οι εκπλήξεις, έχω πάντα την αποθήκη μικροπραγμάτων μου σε ένα χάος. Ποτέ δεν ξέρω τι θα βρώ · πάντα με εκπλήσσει.

Μερικές μέρες πριν, καθάριζα το δωμάτιό μου πριν από μία από τις τελευταίες μου επιστροφές στο νησί. Μια από τις τελευταίες πριν κλείσει ο τρέχων κύκλος της ζωής μου δηλαδή.

Κι επειδή σκέφτηκα πως τα μικροπράγματα αυτά πρέπει να μ’ακολουθούν, άνοιξα την αποθήκη για να πάρω μερικά μαζί μου.

Βρήκα σημειώσεις απ’το πρώτο έτος – Εισαγωγή στην Ηθική. Αριστοτέλης, Καντ, Μιλς. Θυμήθηκα τον φαλακρό λέκτορα, τον βλέπω πού και πού και θυμάμαι τις εξαιρετικές πρωινές του διαλέξεις.

Βρήκα την κάρτα που μας είχαν δώσει σε σύναξη του Ιταλικού Ομίλου, τα Χριστούγεννα του 2015, στο λιβανέζικο εστιατόριο στην πόλη στο οποίο πάμε συχνά για καλό φαγητό. Θυμήθηκα τι λέγαμε εκείνο το βράδυ, ποιον πειράζαμε, ποιοι φλερτάρανε. Θυμήθηκα

Βρήκα ένα γράμμα ερωτικό, προς την Άνα, ένα γράμμα που ποτέ δεν θα διαβάσει κι όμως ένα γράμμα με σκέψεις τις οποίες εύχομαι να ήξερε, μα ίσως δεν πρέπει να ξέρει ή δεν χρειάζεται.

Βρήκα μια μπροσούρα με την φάτσα του Μαρξ για εκδήλωση του Κομμουνιστικού Κλαμπ και μου θύμησε τον Ιάσονα να λέει ‘Μην πας. Είναι καλτ’ – κι όμως λέω να πάω μια φορά.

Βρήκα κάποια δώρα που θα έδινα στον Όουτι και στον Ραζ πριν φύγουν, αλλά δεν τους είδα ποτέ για τελευταία φορά για να τους τα παραδώσω. Ή μάλλον τους είδα, μα δεν το ήξερα.

Βρήκα σοκολατάκια στο κουτί τους, εισιτήρια τρένων, διαφημιστικά στυλό, μαγνητάκια από τόπους που δεν πήγα, αποδείξεις από εξόδους, βιβλιαράκια με σκέψεις, φιλτράκια – μικρά πράγματα που κι όμως κουβαλούν πάνω τους χιλιάδες αναμνήσεις, αναμνήσεις που είχα εντελώς ξεχάσει.

Θυμήθηκα τις παρέες που έκανα, θυμήθηκα στιγμές μαζί τους, τα αστεία μας, τα ταξίδια μας, τα πάρτι, τις εξόδους μας. Είδα την αγάπη, τον έρωτα, την απέχθεια, την αδιαφορία, το χιούμορ, την καλοσύνη, την υποκρισία, την περιπέτεια, να αναπαρίστανται πάνω στα μικροπράγματα μέσα στην αποθήκη.

Είχα πάει για ταξίδι πίσω στον χρόνο, κι όμως έβλεπα καθημερινά τα όσα νοσταλγούσα, σε μια παράξενη μίξη παρελθόντος και παρόντος.

Έβαλα όλα τα πράγματα βιαστικά πίσω στην αποθήκη και υποσχέθηκα στον εαυτό μου να μην την ανοίξω ξανά μέχρι την ώρα που θα φύγω από την πόλη οριστικά. Μέχρι την ώρα που θα πω το τελευταίο ‘αντίο’ σε όλους.

Δεν υπήρχε λόγος να νοσταλγήσω αυτά που σύντομα θα ξαναζήσω.