Από το Εμείς στο Εγώ

Πόσο λυπάμαι τους ανθρώπους που δείχνουν τον εαυτό τους αλλά λένε «Εμείς». «Εμείς πιστεύουμε…» «Εμείς κάναμε…». Κοίτα τους με πόση περηφάνεια θυσιάζουν το «Εγώ» τους για να δεχτούν τις άψυχες ιδέες και κανόνες μιας ομάδας ψυχών (που κοντεύουν στο θάνατο η αλήθεια) .

Ίδια μυαλά δεν υπάρχουν. Κι όμως,στο βωμό τον επαναστατικών ιδεολογιών τα μυαλά των «επαναστατών» γίνονται ένα.

Πιστεύουν τα ίδια.

Λεν τα ίδια.

Απαντούν τα ίδια.

Σαν ζωντανοί κλώνοι της ιδεολογίας τους.

Η αποδοχή και προσαρμογή σε οποιοδήποτε μοντέλο σκέψης ή τρόπο ζωής είναι θάνατος του «εγώ». O άνθρωπος πρέπει να είναι ελεύθερος από ιδεολογίες και ιδανικά μοντέλα τρόπου ζωής. Αν κάτι του αρέσει, μπορεί να το φέρει στη ζωή του χωρίς να σκέφτεται τον ιδεολογικό χώρο στον οποίο ανήκει το συγκεκριμένο ή ο ίδιος. Το θεωρώ τραγικό να συνομιλούν δύο άνθρωποι και να λεν «Εμείς πιστεύουμε πως…» και «Εσείς πιστεύετε πως…».

Είναι αδιανόητο. Είναι ο θάνατος του εαυτού μας, της αλλαγής,της ανεξαρτησίας μας, της δημιουργικότητάς μας και της ελαστικότητάς μας. Κάθε ανθρώπινο ον έχει, ή θα έπρεπε να έχει, διαφορετικές αντιλήψεις από όλα τα υπόλοιπα. Η παρομοίαση ενός ανθρώπου με έναν άλλο τον φέρνει ένα βήμα πιο κοντά στο θάνατο, σκοτώνοντας το μυαλό του και αντικαθιστώντας το με ένα άλλο, κοινό μυαλό, που περιέχει όλα τα πιστεύω κάποιας ιδεολογίας, χωρίς ίχνος αλλαγής.

Και μέσα σ’αυτή τη «μυαλοκτονία», «εγωκτονία» και «εμεισγένεση», όσοι επιλέγουν αυτή την οδό, προσπαθούν να βρουν μια ιδεολογία και να κρυφτούν από πίσω της – για άισθημα επανάστασης και αλλαγής λένε αυτοί, για αίσθημα ασφαλειας και στασιμότητας λεω εγώ, φοβούμενοι τον ίδιο τους τον εαυτό. Φτάνουν στο σημείο να ντρέπονται να υιοθετήσουν έστω ένα χαρακτηριστικό κάποιας άλλης ιδεολογίας επειδή, όπως λένε, θα χάσουν το χαρακτήρα τους. Μα, στ’αλήθεια δενέχουν χαρακτήρα μα κάποια ψεύτικη προσωπικότητα η οποία είναι ένα πολλάκις επαναλαμβανόμενο συνονθύλευμα πεποιθήσεων. Οργανώνονται δηλαδή όλοι οι χριστιανοί, οι χορτοφάγοι, οι οπαδοί της Μπαρτσελόνα, οι κομμουνιστές, κάτω από σκηνές προστασίας και υιοθετούν όλα όσα υπάρχουν μέσα στη σκηνή της ιδεολογίας τους.

Οποιαδήποτε προσπάθεια μίμησης ή υιοθέτησης πρακτικών ή πιστεύω από άλλες σκηνές θα φέρει το χλευασμό των υπολοιπων ομοϊδεατών και επίσης ο ίδιος θα πιστεύει πως είναι χαμένος αν δεν ανήκει σε κάποια σκηνή. Οι (πρώην) ομοϊδεάτες πιστεύουν πως χάνουν ένα μέρος της ψυχής τους αφού στ’αλήθεια όλοι, κάτω από μία σκηνή, μοιράζονται την ίδια ψυχή. Έτσι, οποιαδήποτε αποχώρηση κάποιου μέλους της σκηνής, σημαίνει θάνατο ενός μέρους στη ψυχή όλων.

Και αυτός που αποχωρεί νιώθει πως έχει χάσει το λόγο ύπαρξής του αφού η σκηνή η ίδια ήταν γι’αυτόν ο λόγος ύπαρξης. Ήταν εκεί που επιβεβαιωνόταν πως ήρθε στον κόσμο αυτό για κάποιον σκοπό, πως ήταν χρήσιμος σε κάτι και το ότι υιοθετούσε ένα σύστημα αντιλήψεων για το οποίο έχουν γραφτεί πολλά που υποστηρίζουν την ορθότητά του (και άλλα τόσα που δεν, αλλά δεν τους νοιάζουν αυτά).

Όσο περισσότεροι άνθρωποι βρίσκονταν κάτω από τη σκηνή, τόσο περισσότερη ήταν η αυτοεπιβεβαίωσή τους ότι κατείχαν την απόλυτη αλήθεια. Όπως μας είχε πει ο καθηγητής των θρησκευτικών κάποτε: «Ο Χριστιανισμός είναι η σωστή θρησκεία γιατί είναι αδιανόητο τόσοι μάρτυριες και πιστοί ανά τους αιώνες να πέθαιναν και να πίστευαν κάτι το οποίο΄ήταν λανθασμένο». Είναι παράδειγμα λογικού σφάλματος argumentum ad populum. O αριθμός των ατόμων που υποστηρίζουν μια θεωρία δε λέει τίποτα για την ορθότητά της.

Κάθε ιδεολογία ή ένα σύστημα ιδεών περιέχει έναν κατάλογο με διάφορα σημεία τα οποία όσοι επιθυμούν να προσαρμοστούν στη συγκεκριμένη ιδεολογία τα αποδέχονται τυφλά ένα προς ένα, μέσα από ένα σύστημα τυφλής εμπιστοσύνης και ορθότητας. Είναι αδύνατο πολλοί άνθρωποι να πιστεύουν στα ίδια 15-20-30 σημεία χωρίς να έχουν δώσει κάποιο κομμάτι του εαυτού τους για χάρην της άτυπης αυτής συμφωνίας.

Κάθε άνθρωπος θα έπρεπε να ήταν ένα σύστημα σκέψεων και ιδεολογίας από μόνος του. Έτσι έκαναν οι μεγάλοι: Πλάτωνας, Μαρξ, Καντ, Μπρούνο. Η προσαρμογή των ανθρώπων σε ιδεολογίες, έστω και το να πει κάποιος πως «Εγώ είμαι Χ», με το Χ να είναι το όνομα κάποιας ιδεολογίας, είναι ο θάνατος της μοναδικότητας του κάθε ανθρώπου. Πρέπει να υπάρξει προσωπικός πόλεμος μέσα στον καθένα μας μα σύνθημα: «Ένας άνθρωπος. Μια ιδεολογία»

Η μετάβαση ωστόσο από το εγώ στο εμείς, δεν είναι πάντοτε λάθος, αν θέλει να είναι κάποιος δίκαιος. Τη θεωρώ λανθασμένη σε περιπτώσεις όπως έχω περιγράψει πιο πάνω. Είναι ξεκάθαρο όμως πως σε ορισμένες περιπτώσεις είναι αναγκαίο να γίνει προσπάθεια συλλογική και ομαδική, σε περιπτώσεις πραγματικών επαναστάσεων και απαιτούμενων δια των περιστάσεων κοινωνικών αλλαγών. Ένα επαναστατικό, κάποια ριζοσπαστική οργάνωση, ή κάποια τεραστίων διαστάσεων διαδήλωση ή μαζικός ξεσηκωμός επιβάλλει τη θυσία του εγώ και την προσαρμογή σε ένα κοινό Εμείς, για το γενικό κοινωνικό συμφέρον.

Οι επαναστάτες- διαδηλωτές στηρίζονται στις ιδέες ενός ατόμου, μιας ομάδας ατόμων ή μιας ιδεολογίας η οποία αναπτύχθηκε από μια μικρή σε μέλη ομάδα. Οι πρώτες ιδέες είναι αγνές, είναι αυτές που ξεχωρίζουν και είναι αυθεντικές. Όπως ακριβώς δηλαδή έχω περιγράψει πώς πρέπει ένα άτομο να παρουσιάζει τις ιδέες του. Πρωτότυπα χωρίς ολική προσαρμογή.

Η θυσία του εγώ για το εμείς πρέπει να γίνεται μόνο όταν υπάρχει μεγαλύτερο όφελος από το να δρα κάθε άτομο μόνο του. Κατά τη Γαλλική και Ελληνική επανάσταση τον 18ο και 19ο αιώνα αντίστοιχα, για παράδειγμα, υπήρξε η ανάγκη θυσίας του εγώ, γιατί υπήρξε η γενική αντίληψη πως αυτο θα φέρει τεράστιο προσωπικό και συλλογικό όφελος. Επίσης, είναι παραδείγματα περιπτώσεων όπου πραγματικά υπάρχει κοινός στόχος και κοινά πιστεύω τα οποία πηγάζουν αληθινά μέσα από τους ανθρώπους. Σε τέτοιες περιπτώσεις δηλαδή, το γεγονός ότι όλοι οι άνθρωποι οργανώνονται γύρω από έναν κοινό σκοπό και στόχο δεν σημαίνει πως έχουν κοινές ιδεολογίες ή τρόπο ζωής. Η πλειοψηφία αυτών μένει ίδια μπαίνει στην άκρη για χάρη εκείνης της μεγάλης ιδέας η οποία φέρνει μεγάλα αποτελέσματα. Η θυσία του εγώ για το εμείς όχι μόνο επιτρέπειται αλλά και παροτρύνεται σε περιπτώσεις όπου το αποτέλεσμα θα είναι ωφέλιμο και στηρίζεται σε αρχές ανθρωπιάς, αλληλεγγύης και δικαιοσύνης. Περιπτώσεις όπου η αποκόλληση από το εγώ φέρνει καλύτερα βραχυπρόθεσμα και μακροπρόθεσμα αποτελέσματα από το αν παρέμενε κάποιος στο εγώ αγνοώντας το εμείς.

Άρα, το πότε είναι ωφέλιμο κάποιος να δείχνει τον εαυτό του και να λέει «Εμείς» είναι όταν αυτό οφελεί το ευρύ κοινωνικό σύνολο. Αν γίνεται μετάβαση από το εγώ στο εμείς και το αποτέλεσμα ωφελεί ένα μεμονωμένο σύνολο και το γενικό αποτέλεσμα είναι μια κατάσταση διχόνοιας και αμοιβάιου μίσους τότε μιλάμε για κάτι εγκληματικό. Κάτι που πρέπει οπωσδήποτε να αποφεύγεται.

Το πάρκο

Στης νοσταλγίας τη χώρα

ευωδιές λουλουδιών σπάνιες

γαλήνια τιτιβίσματα πουλιών

και γυμνών γυναικών η σάρκα

αθώα θα φαίνεται πως μαγνητίζουν

τους παρελθοντολάτρες.

Κάθε του τόπου τους τουρίστα

να πολιτογραφήσουν μάχονται.

Στης νοσταλγίας τη χώρα κάτοικος σα γίνεις

στις Τράπεζες Μνήμης όλες σου τις μνήμες

να καταθέσεις θα κληθείς

σ’άτοκο λογαριασμό.

Μα σ’ ανάληψη μνημών να προβείς δε θα’ναι δυνατό

σα μια μέρα αυτοεξοριστείς

σαλπάροντας στου παρόντος τα νησιά.

Νοσταλγός του παρελθόντος πλέον δε θα’σαι

αφού τις μνήμες σου απλόχερα κατέθεσες

ταξίδι στιγμιαίο στο χρόνο για να κάνεις.

Να γίνεις παντοτινός νοσταλγός προσπάθησε

μα της νοσταλγίας τη χώρα

ποτέ να μην επισκέπτεσαι.

Να’σαι για τους κατοίκους της

ο γέρο-Ναυαγός.

Πριν μερικές βδομάδες επισκέφτηκα το πάρκο του Τάκη Ζεμπύλα στο Στρόβολο, παρά της οδού Κυκλάδων. Ένα πάρκο στο οποίο ήσιε 11-12 χρόνια να πάω τζιαι αποτελεί έναν αρκετά μεγάλο κομμάτι της παιδικής μου ηλικίας. Πολλές που τις μνήμες μου να παίζω, να τρέχω, να ανεβαίνω σε παιχνίθκια εν σε τζίνο το πάρκο. Έπιαννεν με συχνά μια νοσταλγία που τζίνες τις εποχές τζιαι έλεα εδώ και καιρό να πάω να το επισκεφτώ.

Έστριψα μέσα προς την οδό που βρισκόταν μια που τις εισόδους του πάρκου – η πιο γνώριμη. Επάρκαρα στον τόπο που εθυμούμουν τη μάνα μου να παρκάρει τζιαι εκατέβηκα, με βλέμμαν παντα προς το πάρκο, προσπαθώντας να δω τι άλλαξε τζιαι τι όι. Απόλυτη ησυχία. Εν θα εκρατούσεν για πολλήν ώραν όμως. Παιρνώντας τις πύλες του πάρκου, εβρέθηκεν δίπλα μου η μάνα μου να με κρατά που το σιέρι τζιαι γω να την αφήνω αμέσως για να περάσω μέσα που τους διαχωριστικούς θάμνους τζιαι να πάω να κάτσω στις κούνιες. «Μαζεμένα τα πόθκια όταν η κούνια κινείται προς τα πίσω, τεντωμένα όταν κινείται μπροστα. Πρέπει να πιάσω δύναμη.», εσκέφτηκα. Στα δεξιά, το μικρό μονοπάτι τζιαι τα πανύψηλα δέντρα που το περιβάλλουν, με μερικές μανταρινιές τζιαι λεμονιές διάσπαρτες κατά μήκος του μονοπατιού. Ίδια όπως τα θυμούμαι, τζι’όμως σίουρα αλλάξαν. Εζούσαν τζιαι αναπτύσσουνταν, όπως τζιαι γω, τζιαι είδαν τζι’άκουσαν πολλά τούτα τα χρόνια.

Στο κέντρο του πάρκου οι μεγάλοι, άλλοι να κάθουνται στην ημικύκλια κερκίδα τζι’άλλοι να παίζουν μπάσκετ στο γήπεδο πίσω που την κερκίδα. Πάντα εφοούμουν να πάω κοντά τους. Εμείνισκα στη γωνιά μου τζιαι έβλεπα τους. «Οι Γυμνασαίοι» ελαλούσαμε τζιαι ενιώθαμε έναν αθώο παιδικό δέος απέναντί τους. Ένας συνδυασμός φόβου τζιαι θαυμασμού δηλαδή. Κρίμα που τούτο το δέος προς τους ηλικιακά πιο μεγάλους μειώνεται όσο παιρνούν τα χρόνια. Θα’πρεπε να’ταν το αντίθετο. Ετόλμησα να κοντέψω, απλώς τζιαι μόνο για να ανεβώ τα σκαλιά των κερκίδων τζιαι να τζιυλήσω κάτω, πίσω που την κερκίδα, σε μια μικρή πλαγιά μερικών μέτρων που εδημιουργούσεν η κλίση του εδάφους ανάμεσα στο πιο ψηλό σκαλί των κερκιδων τζιαι το γρασίδι. Στην άλλη μεριά του πάρκου η καντίνα, στην οποία επίεννα τις περισσότερες φορές πριν να φύουμε που το πάρκο. Ανέβηκα στο μικρό σκαλοπάτι, έφτασα το παράθυρο τζιαι προσπαθώντας να βρω την ελάχιστη μορφή αυτοπεποίηθησης τζιαι θάρρους μέσα στην ντροπαλότητά μου, είπα της κοπέλας «Ένα πράσινο κουτί τσιπς παρακαλώ», δίνοντάς της το 7γωνο ασημένιο κέρμα των 50 σεντ της λίρας τζιαι έπειτα περιμένοντας για ρέστα.

Που να’ξερα όμως, ότι μεστην έλξη της χώρας της νοσταλγίας θα εδιέγραφα, ή θα άλλαζα, ταυτόχρονα κομμάθκια μνήμης που έναν τόπον ο οποίος εκατείχεν σημαντική θέση σε αυτήν. Ο τόπος ήταν τζιαμέ, ίδιος, χωρίς αξιοπρόσεκτες αλλαγές. Εγώ όμως είχα αλλάξει. Πολλά. Μεστο μυαλό μου τούτα ούλλα τα χρόνια ήταν ο τόπος όι όπως τον εθυμούμουν εγώ, αλλά ο 8χρονος εαυτός μου. Πριν τιν επίσκεψήν μου στο κομμάτι της μνήμης όπου ήταν το πάρκο, υπήρχε ό,τι τούτος ο 8χρονος εθεωρούσε σημαντικό μεστην αθωότητάν του τζιαι μέστον αγώναν του να ανακαλύψει τζιαι να παρατηρεί τον κόσμο. Όταν πότε-πότε, με τη βοήθεια της νοσταλγίας τζιαι της μνήμης, επισκέπτουμουν τούντον τόπο, επισκέπτουμουν τον σαν ένα 8χρονο, με ό,τι αυτό μπορεί να σημαίνει.

Όχι πια όμως. Πλέον σκέφτουμαι το πάρκο αρκετά πιο αραιά που πριν. Εχάθηκεν η μαγεία του πάρκου, εν το νοσταλγώ πλέον. Εν θέλω να πάω. Εν το πεθυμώ. Όταν σκέφτομαι το πάρκο σκέφτομαι την τελευταία φορά που το επισκέφτηκα. Σαν ένας νέος δηλαδή, όι σαν ένας 8χρονος. Η μνήμη του πάρκου αντλεί πλέον λιγότερο συναίσθημα τζιαι είναι περισσότερο χαραγμένο στο μυαλό μου σαν απλή υλική οντότητα. Οι μνήμες εξεθωριάσαν σε ανησυχητικό βαθμό.Η ημικύκλια κερκίδα είναι πλέον ένα άσχημο γκρίζο κτίσμα γεμισμένο με γκράφιτι. Η κούνια τζιαι ο μύλος έννεν παιχνίθκια πλέον, εν εργαλεία που μου θυμίζουν νόμους της φυσικής.Εν υπάρχουν Γυμνασαίοι, ή τζι’αν υπάρχουν, εν τους φοούμαι. Όσο για το μονοπάτι με τα ψηλά δέντρα, τις μανταρινιές τζιαι τις λεμονιές…υπάρχουν καλύτερα του στο πάρκο της Αθαλάσσας, στο γραμμικό πάρκο του Πεδιαίου τζιαι στο πάρκο της Ακρόπολης. Πιο μεγάλα μονοπάτια, με πιο πολλά δέντρα, πιο πλούσια βλάστηση.

Η μνήμη τζιαι η νοσταλγία εν εθέλαν τη φυσική μου παρουσία. Ήταν ούλλα γραμμένα στη μνήμη μου, το ότι το ξαναείδαν τα μμάθκια μου εν με εβοήθησε να θυμηθώ κάτι καινούργιο. Έσιει πράματα που εν καλά να μεινίσκουν στης νοσταλγίας τα πιο ψηλά ράφκια. Τζι’ας γεμώσουν σκόνες τζι’αζαγιές. Έτσι πιάννουν τη σημασίαν τους άλλωστε. Γι’αυτό τα κατηγοριοποιούμε ως κάτι που έγινε παλιά, στο παρελθόν. Νοσταλγείς με τη βοήθεια της μνήμης. Σιέρεσαι, γελάς, συγκινείσαι, ανατριχιάζεις, θυμάσαι πρόσωπα, καταστάσεις, περιπέτειες, γκάφες, τσακωμούς, χαρές, λύπες, έρωτες. Άστο ως δαμέ, εν αρκετό.

Μια παρέα 35ρηδων κάθεται στην παραλία τζιαι αναπολεί τα χρόνια του σχολείου τζιαι του στρατού. Κάποια γριά νοσταλγεί το χωρκόν της στην Κερύνεια. Ένας γέρος θυμάται την πρώτη του δουλειά, στην παλιά πόλη, στην οποίαν επίεν να δουλέψει που 14 χρονών, αφήνοντας την οικογένειαν του πίσω. Κάποιος λάτρης των αυτοκινήτων ονειρεύεται να ξαναοδηγήσει το πρώτον του αυτοκίνητο – αντίκα πλέον.

Ποιος ο λόγος να παν πάρακατω. Στην καλύτερη περίπτωση θα αντιληφθούν ότι έχουν αλλάξει οι ίδιοι. Στη χειρότερη θα έσιει αλλάξει ο τόπος που παν να επισκεφτούν. Τζιαι τότε θα υπάρξει η μέγιστη καταστροφή

Αν το πάρκο εκαταστρέφετουν, μεστην μνήμη μου δεν θα υπήρχεν πια τίποτε, ούτε καν παραλλαγές των όσων εθυμούμουν, αλλά μια ασταμάτητη καταστροφή. Τα ερείπια του πάρκου θα ερηπώναν τον τόπο όπου κατοικεί στη μνήμη μου.

Ίσως κάποτε ναν καλές τζι’οι ψευδαισθήσεις τελικά…