Τα μωρά

Πρώτη φορά είχαν έρτει τα μωρά στον τόπο που σπουδάζω. Ήταν εμφανές στον τρόπο που εκοιτάζαν το τοπίο τζιαι τα κτίρια γυρών τους μόλις είχαν κατεβεί που το τρένο το πόσην όρεξην είχαν να ανακαλύψουν τζιαι να περιπλανηθούν στην πόλη.

Κάτι που ξεχωρίζει τα μωρά που τους μεγάλους είναι ότι τα για τα μωρά τα πάντα είναι άγνωστα, τζιαι στην προσπάθειαν τους να μάθουν πράγματα για τον κόσμο ασκούν περιέργεια σε οτιδήποτε βρίσκεται γυρών τους. Έστω κι αν ζουν σε μια ρουτίνα, υπάρχουν δεκάδες πράματα που προσέχουν καθημερινά τζιαι προσπαθούν να μάθουν ‘πώς’ τζιαι ‘γιατί’.

Έτσι τζιαι τούτα τα μωρά που επισκεφτήκαν την πόλη που σπουδάζω – Γιατί χτίζουν δαμέ; Τι ήσιεν πριν δαμέ; Πώς πάμε στο τάδε εστιατόριο; Τι σημαίνει το έμβλημα της πόλης; Ποιου εν τούτη η προτομή; Γιατί έσιει κόκκινα λουλούδια στο άγαλμα; Πόσο παλιό εν τούτο το κτίριο;

Μαζί με πολλές άλλες ερωτήσεις τζιαι παρατηρήσεις για τα ωράρια των καταστημάτων, τα απορριματοφόρα, τους δρόμους, τους τύπους των αυτοκινήτων, τα ρούχα των ανθρώπων, τις πλάκες στην πλατεία, την αρχιτεκτονική των κτιρίων, τις αίθουσες του πανεπιστημίου, τα λεωφορεία.

‘Θέλω να δοκιμάσω να ανοίξω εγώ την πόρτα του σπιτιού τούντην φορά’, είπεν το ένα μωρό, ενθουσιασμένο που η πόρτα δεν ήσιε κλειδί, αλλά ψηφιακό πληκτρολόγιο με αριθμούς το οποίο εμφανιζόταν σε οθόνη πάνω στην πόρτα αφού έβαζες την παλάμη σου πάνω στην οθόνη. ‘Θέλω να σε πάρω εγώ στο ποτάμι’, είπεν το άλλο μωρό όταν μετά που θκυο μέρες στην πόλη ένιωσεν ότι ήξερεν αρκετά για τούτην ώστε να μπορεί να περιπλανείται μόνον του.

Μόνο που εν ήταν ακριβώς μωρά. Ήταν οι γονείς μου.

Εν ωραίο να τους βλέπεις να ξαναανακαλύπτουν τον κόσμο μέσω εσένα.

Advertisements

Youth calls to age

You too have seen the sun a bird of fire
Stepping on clouds across the golden sky,
Have known man’s envy and his weak disire,
Have loved and lost.

You, who are old, have loved and lost as I
All that is beautiful but born to die,
Have traced your patterns in the hastening frost.
And you have walked up in the hills at night,
And bared your head beneath the living sky,
When it was noon have walked into the light,
Knowing such joy as I.

Though there are years between us, they are naught
Youth calls to age across the tired years:’What have you found,’ he cries, ‘what have you sought?’
‘What you have found,’ age answers through his tears,
‘What you have sought’

Dylan Thomas

Είμαι πλέον σημαντικός.

Είμαι πλεόν σημαντικός.

Άρκεψα να’χω meetings τζιαι συναντήσεις. Εν το ίδιο πράμα, αλλά χρησιμοποιώ τα interchangeably (βλέπεις πως χρησμοποιώ την αγγλική α;), μπας τζιαι σε πείσω πως έχουν καμιά διαφορά. Την περασμένη Πέμπτη όταν με έπιανες τηλέφωνο, απάντησα σου το την δεύτερη φορά (αφού το άφησα να παίξει λλίες φορές) τζιαι σου είπα «Ρε είμαι busy τωρά, να σε πιάσω σε λλίο». Πρόσεξε, busy, όι απασχολημένος. Έσιει διαφορά. Τι; Καρτεράς ακόμα να σε πιάσω; Αφού είμαι busy είπαμε. Τζιαι ξέρεις με, αγχώνουμαι τζιαι νοιώθω τζιαι ωραία.

Το άλλο εν σου το είπα, απέκτησα τζιαι πρόγραμμα. Όι schedule, ακούεται πολλά pretentious*. Γι’αυτό τζιαι όταν με ρώτησες αν μπορώ για καφέ την ερχόμενη Τρίτη στις 4, είπα σου «να δω το πρόγραμμα μου τζιαι να σου πω». Είμαι κανένας αθκιασερός ενόμισες;

Να σου πω τζιαι το καλύτερο, εξαναξεκίνησα το τρέξιμο. Όι το κανονικό όπως παλιά, ούτε βουρώ με το αυτοκίνητο. Βασίκα, ένιξερω ποιο τρέξιμο. Απλώς άμα με ρωτήσεις τι κάμνω λαλώ σου «βουρώ». Το παράξενον εν ότι που τον τζιαιρόν που άρκεψα τζιαι «βουρώ», έβαλα τζιαι κιλά. Ίντα πράμαν α;

Αλλά έστω τζιαι ότι βουρώ, εννοείται ότι πάντα όταν βρεθούμε θα έρτω λλίο καθυστερημένα. Εκτός φυσικά αν έχω meeting ή συνάντηση. Ξέρεις, εν τόσο packed το πρόγραμμα μου που δυστυχώς εν προλαβαίνω να έρκουμαι στην ώρα μου. Μεν έρτω στην ώρα μου τζιαι νομίσεις ότι εν είχα κάτι άλλο να κάμω πριν. Άσχετον ότι έσιει φορές που είμαι λλίοτερον παραγωγικός που σλοθ που τζιοιμάται – εννοείται ότι εν πρέπει να το ξέρεις.

Τζιαι τέλος, το άλλο το κουφό εν ότι πάντα είχα πράματα να παραδώσω σε συγκεκριμένες ημερομηνίες, αλλά μόλις πρόσφατα απέκτησα deadlines. Τζιαι πάντα λαλώ σου σε ποιες ημερομηνίες εν τα deadlines μου τζιαι πάντα πιάννεις με τηλέφωνο λλίες μέρες πριν για να βρεθούμε. Πώς εν τις θυμάσαι;!

Αφού λαλώ σου.

Είμαι πλέον σημαντικός.

*Όπως το σύντομο ανέκδοτο: «Pretentious? Moi?»

 

Νοσταλγία

Δεν ξέρω τι είναι για σένα τα συρτάρια του γραφείου σου, αλλά τα δικά μου είναι αποθήκη. Αποθήκη μικροπραγμάτων. Μικροπραγμάτων σε μέγεθος, φυσικά – για να χωράνε στο συρτάρι. Όχι μικροπραγμάτων σε αξία. Δεν είναι αυτό που λέμε ‘είναι μικροπράγματα’. Έχουν αλλού τη θέση τους αυτά – γι’αυτό έχουμε τους καλάθους. Για τα πράματα που’ναι μικρά – σε αξία και σε μέγεθος.

Και επειδή το συγκεκριμένο αντικείμενο ονομάζεται συρτάρι και όχι κάλαθος, τείνω εκεί μέσα να φυλάω αρκετά πράματα αξίας. Και όχι, δεν εννοώ πράματα ακριβά ή πολύτιμα. Εννοώ πράματα που έχουν αξία για μένα, πράματα που μόνο εγώ ξέρω γιατί αξίζουν. Πράματα που αν πεθάνω αύριο θα χάσουν την αξία τους. Πράματα που εσύ θα πέταγες στον κάλαθο γιατί είναι μικροπράγματα. Γιατί σε αντίθεση με πράματα ακριβά ή πολύτιμα, τα δικά μου μικροπράγματα δεν είχαν πάντα αξία – μαζί τη δημιουργήσαμε.

Κι επειδή μου αρέσουν οι εκπλήξεις, έχω πάντα την αποθήκη μικροπραγμάτων μου σε ένα χάος. Ποτέ δεν ξέρω τι θα βρώ · πάντα με εκπλήσσει.

Μερικές μέρες πριν, καθάριζα το δωμάτιό μου πριν από μία από τις τελευταίες μου επιστροφές στο νησί. Μια από τις τελευταίες πριν κλείσει ο τρέχων κύκλος της ζωής μου δηλαδή.

Κι επειδή σκέφτηκα πως τα μικροπράγματα αυτά πρέπει να μ’ακολουθούν, άνοιξα την αποθήκη για να πάρω μερικά μαζί μου.

Βρήκα σημειώσεις απ’το πρώτο έτος – Εισαγωγή στην Ηθική. Αριστοτέλης, Καντ, Μιλς. Θυμήθηκα τον φαλακρό λέκτορα, τον βλέπω πού και πού και θυμάμαι τις εξαιρετικές πρωινές του διαλέξεις.

Βρήκα την κάρτα που μας είχαν δώσει σε σύναξη του Ιταλικού Ομίλου, τα Χριστούγεννα του 2015, στο λιβανέζικο εστιατόριο στην πόλη στο οποίο πάμε συχνά για καλό φαγητό. Θυμήθηκα τι λέγαμε εκείνο το βράδυ, ποιον πειράζαμε, ποιοι φλερτάρανε. Θυμήθηκα

Βρήκα ένα γράμμα ερωτικό, προς την Άνα, ένα γράμμα που ποτέ δεν θα διαβάσει κι όμως ένα γράμμα με σκέψεις τις οποίες εύχομαι να ήξερε, μα ίσως δεν πρέπει να ξέρει ή δεν χρειάζεται.

Βρήκα μια μπροσούρα με την φάτσα του Μαρξ για εκδήλωση του Κομμουνιστικού Κλαμπ και μου θύμησε τον Ιάσονα να λέει ‘Μην πας. Είναι καλτ’ – κι όμως λέω να πάω μια φορά.

Βρήκα κάποια δώρα που θα έδινα στον Όουτι και στον Ραζ πριν φύγουν, αλλά δεν τους είδα ποτέ για τελευταία φορά για να τους τα παραδώσω. Ή μάλλον τους είδα, μα δεν το ήξερα.

Βρήκα σοκολατάκια στο κουτί τους, εισιτήρια τρένων, διαφημιστικά στυλό, μαγνητάκια από τόπους που δεν πήγα, αποδείξεις από εξόδους, βιβλιαράκια με σκέψεις, φιλτράκια – μικρά πράγματα που κι όμως κουβαλούν πάνω τους χιλιάδες αναμνήσεις, αναμνήσεις που είχα εντελώς ξεχάσει.

Θυμήθηκα τις παρέες που έκανα, θυμήθηκα στιγμές μαζί τους, τα αστεία μας, τα ταξίδια μας, τα πάρτι, τις εξόδους μας. Είδα την αγάπη, τον έρωτα, την απέχθεια, την αδιαφορία, το χιούμορ, την καλοσύνη, την υποκρισία, την περιπέτεια, να αναπαρίστανται πάνω στα μικροπράγματα μέσα στην αποθήκη.

Είχα πάει για ταξίδι πίσω στον χρόνο, κι όμως έβλεπα καθημερινά τα όσα νοσταλγούσα, σε μια παράξενη μίξη παρελθόντος και παρόντος.

Έβαλα όλα τα πράγματα βιαστικά πίσω στην αποθήκη και υποσχέθηκα στον εαυτό μου να μην την ανοίξω ξανά μέχρι την ώρα που θα φύγω από την πόλη οριστικά. Μέχρι την ώρα που θα πω το τελευταίο ‘αντίο’ σε όλους.

Δεν υπήρχε λόγος να νοσταλγήσω αυτά που σύντομα θα ξαναζήσω.

Ομιλία παρουσίασης – Ελλάδα («Η αναγκαιότητα του θανάτου στη ζωή»)

Βάζω εδώ το κείμενο της παρουσίασης στην Ελλάδα για ευκολότερη προώθηση σε όσους την ζήτησαν. Ίσως να ενδιαφέρει και τους υπόλοιπους.

[…]

Σε αντίθεση με την πρόσφατη παρουσίαση στην Κύπρο και τις πλείστες παρουσιάσεις βιβλίων, επέλεξα, στις παρουσιάσεις στην Ελλάδα να κάνω ο ίδιος την παρουσίαση του βιβλίου μου. Ένα εγχείρημα-πρόκληση για κάποιον συγγραφέα ο οποίος επαναεπισκέπτετατι τον κόσμο του δικού του βιβλίου και κάνει μια σκληρή αυτοκριτική, με ό,τι αυτό συνεπάγεται. Είναι όμως ταυτόχρονα εγχείρημα-πρόσκληση προς τον αναγνώστη ο οποίος καλείται, από τον ίδιο τον δημιουργό να εισέλθει στον κόσμο του δημιουργήματος Μια ριψοκίνδυνη πρόσκληση σε έναν κόσμο στον οποίο μέχρι τώρα υπήρχε μόνο ο δημιουργός με το δημιούργημά του.

Η ποίηση αποτελεί εναπόθεση ψυχής, η οποία όμως την ίδια στιγμή αφήνεται στην ανελέητη και ανεξέλεγκτη κριτική του πλήθους. Είναι όμως απόλυτα σεβαστή και ιδιαίτερα αναγκαία, όχι μόνο η παρουσία του κοινού στην τέχνη, αλλά και η συμμετοχή του. Η τέχνη δεν σταματάει ούτε στην έκδοση ούτε στην έκθεση. Ο αναγνώστης θέτει την αξία ενός έργου και αυτός επιλέγει αν θα εξυψώσει κάποιο έργο ή αν θα το αφήσει ξεχασμένο να σκονίζεται σε κάποιο ράφι. Ο αναγνώστης συμμετέχει στο δημιούργημα μαζί με το δημιουργό. Ο δημιουργός, μέσω του έργου του, ψάχνει να ταράξει το status quo και να προκαλέσει δράση. Σε αντίθεση με τον φυσικό κόσμο, στον οποίο η δράση προκαλεί την αντίδραση, στον λογοτεχνικό κόσμο η αντίδραση προκαλεί τη δράση. Αντιδρά ο δημιουργός και καλεί το κοινό να δράσει ανάλογα. Έτσι, ο αναγνώστης, από απλός παρατηρητής των εκάστοτε κειμένων, γίνεται μέτοχος στη δράση.

Κυριότερα, ψάχνει ο δημιουργός να προκαλέσει στον αναγνώστη πόνο. Ο πόνος αυτός μπορεί να είναι θετικής ή αρνητικής φύσεως. Μπορεί να αναφερόμαστε, δηλαδή, στην απουσία της ελπίδας, αλλά και στην παρουσία της θλίψης, σαν γεγονότα πόνου. Θα έλεγα, τότε, πως δεν υπάρχει δημιουργία χωρίς πόνο. Γράφω στο ποίημα ‘Στων δημιουργών τη χώρα’:

Στων πολέμων τις σειρήνες,
στου οποιουδήποτε θανάτου το κατώφλι,
και στης ψυχής τη σταδιακή φθορά,
οι δημιουργοί δεν απομακρύνονται
μα βλέπουν τα πάντα κατάματα.
Συλλέγουν ερείπια και δημιουργούν.
Καταστρέφοντας.

Αυτό αντιλαμβάνεται ο δημιουργός. Πως η ποίηση, η τέχνη, και η κάθε μορφής δημιουργία επιβάλλει την αποδοχή τριών βασικών συστατικών της ζωής: του πόνου, της φθοράς, και του θανάτου. Λέω συστατικά γιατί ουσιαστικά ζωή χωρίς πόνο, φθορά, και θάνατο, δεν μπορεί να υπάρξει. Βλέπουμε τις τρεις αυτές έννοιες ως έννοιες οι οποίες υπάρχουν εξωτερικά της ζωής και οι οποίες μόνο έρχονται μέσα στη ζωή όταν θέλουν να την απειλήσουν. Στην ουσία, όμως, αυτά μας δίνουν τη δυνατότητα να ζούμε, όντας μέρος της ζωής.

Θα έλεγα πως η ζωή μπορεί να οριστεί ως ‘διάλειμμα θανάτου’.
Ένα διάλειμμα μέσα στο άπειρο διάστημα της ανυπαρξίας στο οποίο έχουμε την ευκαιρία να ζήσουμε ως άνθρωποι. Και είναι σαν άνθρωποι που μπορούμε να γελάσουμε, να αγαπήσουμε, να ερωτευθούμε, να κάνουμε φιλίες, να απολαύσουμε τη φύση, την τέχνη, τον πολιτισμό, να ταξιδέψουμε, να γράψουμε στίχους, μουσική, ποίηση, να δημιουργήσουμε.

Όλα αυτά δίχως όμως να ξεχνάμε την καθημερινή παρουσία της φθοράς και του θανάτου στη ζωή μας. Γιατί τα πάντα φθείρονται και τα πάντα πεθαίνουν. Ζούμε, στην ουσία, λόγω του θανάτου · σ’αυτόν οφείλουμε το γεγονός ότι μπορούμε να αποκαλούμε τους εαυτούς μας όντα.

Εξ ορισμού, είναι αδύνατο κάτι να πεθάνει αν δεν έχει πρώτα ζήσει. Κατά κανόνα, τότε, όταν κάτι δεν είναι αθάνατο, όταν δηλαδή είναι θνητό, περιέχει μέσα του την ίδιά του την ανυπαρξία. Η ανυπαρξία είναι ιδιότητα όλων των υπαρκτών πραγμάτων. Η ζωή, ή η ύπαρξη, είναι απλώς η μετουσίωση της ανυπαρξίας στην ύπαρξη, η οποία με το θάνατο μετουσιώνεται και πάλι πίσω στην ανυπαρξία. Είμαστε, δηλαδή, εμείς και οτιδήποτε γύρω μας, εν δυνάμει ανύπαρκτοι.

Η έννοια της δυνητικότητας του (του ‘εν δυνάμει’) όπως την εισάγει ο Αριστοτέλης, αναφέρεται στην πιθανότητα που έχει ένα πράγμα να μετουσιωθεί ας κάτι άλλο. Ένα βάζο, δηλαδή, είναι εν δυνάμει θρυμματισμένο. Έχει τη δυνατότητα να θρυμματιστεί. Ένας σπόρος είναι εν δυνάμει δέντρο, έχει δηλαδή μέσα του τη δυνατότητα να μετεξελιχθεί σε δέντρο. Ο άνθρωπος δεν είναι ούτε εν δυνάμει θρυμματισμένος, ούτε εν δυνάμει δέντρο · εκ φύσεως δεν έχει αυτές τις δυνατότητες. Έχει, όμως, με απόλυτη σιγουριά, τη δυνατότητα να πονέσει, να φθαρεί, και να πεθάνει. Γίνεται, δηλαδή, ο άνθρωπος, με το θάνατό, από εν δυνάμει ανύπαρκτος σε εν ενεργεία ανύπαρκτος.

Γι’αυτό το λόγο προτείνω στα κείμενά μου πως ο πόνος, η φθορά, και ο θάνατος, πρέπει να είναι έννοιες καλοδεχούμενες, αφού αποτελούν μέρος της ζωής μας καθώς και έννοιες τις οποίες πρέπει να κυνηγάμε σοφά. Ένας από τους σπουδαιότερους φιλοσόφους του 20ου αιώνα, ο Λούντβιχ Βίτγκενσταϊν, εντάχθηκε εθελοντικά στον στρατό στον Α’ Παγκόσμιο Πόλεμο και εθελοντικά υπηρέτησε στο μέτωπο του πολέμου. Ήθελε να ζει κάτι από συνθήκες διαρκούς υπενθύμισης της θνητότητάς του, καθώς πίστευε πως μόνο τότε θα μπορούσε να ζήσει. Γράφει στο ημερολόγιό του: «Ίσως η εγγύτητα του θανάτου να ρίξει φως στη ζωή μου.»

Ο μεγάλος Δημήτρης Λιαντίνης, στον οποίο είναι αφιερωμένο το τελευταίο ποίημα του βιβλίου, πήγε ένα βήμα παραπέρα και όρισε ο ίδιος το θάνατό του. Τότε ήταν που βίωσε την απόλυτη ελευθερία, όχι μόνο γνωρίζοντας το πώς, το πότε, και το πού, του θανάτου του αλλά καθορίζοντάς τα ο ίδιος, καταφέρνοντας όχι φυσικά να νικήσει το θάνατο, γιατί όπως προείπα αν είχε τη δυνατότητα να νικήσει το θάνατο θα ήταν αδύνατη εξ αρχής η ύπαρξή του, αλλά επέλεξε να πάει εθελοντικά στο σπίτι του θανάτου, παρά να περιμένει στο σπίτι του το θάνατο να’ρθει απρόσκλητος. Κατάφερε δηλαδή, ο Λιαντίνης, μια ‘Επιθανάτια νίκη’, όπως τιτλοφορείται ένα από τα ποιήματα, το οποίο και διαβάζω.

Κάθε φορά που κάποιος αυτοκτονεί
λυπάται και κλαίει ο Χάρος.
Φοβάται και σέβεται
τους αυτόχειρες, αλήθεια.
Αχρείαστη μοιάζει ξαφνικά
μπροστά τους η δουλειά του.
Τους παραδίδει στις πύλες τις κολάσεως
όπου αιώνια είναι προορισμένοι να στέκονται
σαν προτομές νεκρών ηρώων.
Για να τους βλέπουν οι υπόλοιπου θνητοί,
που ο Χάρος νίκησε,
και να σκύβουν το κεφάλι.

Πρόκεται, φυσικά, για νίκη εκ μέρους των αυτόχειρων, η οποία όμως δεν παύει να είναι επιθανάτια. Δεν μιλάμε για προθανάτια νίκη, ο οποία θα εξασφάλιζε την αθανασία, αλλά για επιθανάτια νίκη – μια νίκη των ώρα του θανάτου, η οποία όμως δεν αποφεύγει, τελικά, το θάνατο.’
Προτείνω, τότε, μια στωική προσέγγιση στη ζωή και στο θάνατο, η οποία αποδέχεται τον κόσμο των θνητών πραγμάτων, αλλά δεν αναπτύσσει μια σχέση εξάρτησης με αυτόν.

Το ίδιο ισχύει και για τη σχέση του ανθρώπου όχι μόνο με τα ζωντανά αλλά και με τα μη-ζωντανά πράγματα. Όπως έχουμε ήδη κατά νου, κάτι μη-ζωντανό δεν μπορεί να πεθάνει. Το τραπέζι, το βιβλίο, η καρέκλα, η πόρτα, δεν μπορούν να πεθάνουν καθώς είναι εκ φύσεως μη-ζωντανά. Μπορούν όμως να μετουσιωθούν ή να χαθούν.
Αν σπάσει το τραπέζι τότε θα πάψει να υπάρχει, αλλά δεν μπορούμε να πούμε πως το τραπέζι πέθανε, γιατί ποτέ του δεν έζησε. Μπορεί, τότε, κάτι να σταματήσει να υπάρχει, χωρίς να πεθάνει.

Παρομοίως όμως, όπως η ύπαρξη περιέχει την ανυπαρξία, η κατοχή των ζωντανών και μη-ζωντανών πραγμάτων περιέχει την μη-κατοχή τους. Δηλαδή, τον χαμό τους, και εν τέλει την ανυπαρξία τους. Γι’αυτό προτείνω πως η λύπη για το χαμό ενός πράγματος, ζωντανού ή μη, είναι αδικαιολόγητη.

Όταν αποκτάμε κάτι, ζωντανό ή μη, υλικό ή μη, αποκτάμε την ίδια ακριβώς στιγμή τη δυνατότητα (το ‘εν δυνάμει’ που είπαμε πριν) να το χάσουμε. Το έχειν, δηλαδή, περιέχει το μη-έχειν. Όταν ο άνθρωπος αποκτά ή συνδέεται με κάτι · κάποιον άνθρωπο, κάποιο ζώο, κάποιο αντικείμενο, ή ακόμη και κάτι μη-υλικό όπως κάποια ελπίδα, τότε ταυτόχρονα ενεργοποιείται η πιθανότητα αυτό το κάτι να χαθεί ή να φθαρεί. Δεν υπάρχει περίπτωση να χάσουμε κάποιο πρόσωπο, ή κάποιο υλικό ή μη-υλικό αγαθό και να μη γνωρίζαμε εξ αρχής ότι υπήρχε η πιθανότητα να το χάσουμε. Οφείλουμε, τότε, να προετοιμάσουμε ώριμα τον εαυτό μας για την πιθανή φθορά ή χαμό των πραγμάτων αυτών, για να μην πιαστούμε εξ απροόπτου όταν από εν δυνάμει ανύπαρκτα πράγματα γίνουν εν ενεργεία ανύπαρκτα πράγματα.

Το ζήτημα του θανάτου αποτελεί μόνο μια από τις εφτά θεματικές ενότητες του βιβλίου, και λειτουργεί ως αντίβαρο στην επίδρασή τους. Οι υπόλοιπες έξι θεματικές ενότητες του βιβλίου είναι: η ζωή, η κοινωνία, το ταξίδι, ο έρωτας, και η έννοια του Θεού. Μέσω της οδού που ακολουθεί το βιβλίο, η αντίληψη της θνητότητάς μας, αντί να μας βάζει σε έναν κόσμο ματαιοδοξίας, μας κινεί στο να απολαύσουμε και να διαχειριστούμε καλύτερα την παρουσία των έξι θεματικών ενοτήτων που έχουν προαναφερθεί.

Η σιγουριά της αλλαγής μπροστά σε έναν κόσμο μόνιμης παρουσίας της φθοράς, είναι αυτό που μας κινεί προς την προσωπική ανάπτυξη. Γράφω στο ποίημα Ηρακλείτειος Ουρανός: ‘Κι αν όλα γύρω ίδια μένουν, πάντα θ’αλλάζει ο ουρανός’.

Το βιβλίο γράφτηκε κυρίως σε στρατιωτικό περιβάλλον. Ένας τόπος στον οποίο ξόδευα μέρες ολόκληρες σε ένα περιβάλλον το οποίο άλλαζε ελάχιστα εώς και καθόλου. Μια ατελείωτη μονιμότητα, σαν να’χε παγώσει ο χρόνος και το περιβάλλον γύρω μου. Έψαχνα, τότε, να βρω κάποιο διέξοδο · κάτι που ν’αλλάζει συνεχώς, ανεπηρέαστο από την οποία σταθερότητα και μονιμότητα υπήρχε στο περιβάλλον.
Βρήκα αυτή την ιδιότητα στον ουρανό. Όσο κι αν το περιβάλλον στη ζωή μας παραμένει το ίδιο, όσο κι αν οι σκέψεις μας είναι καταδικασμένες να επαναλαμβάνονται, μπορούμε να είμαστε απόλυτα σίγουροι πως η ουράνια παράσταση θ’αλλάζει συνεχώς. Ο χορός των συννέφων αδιάκοπα μεταβάλλει τον ουρανό σχεδιάζοντας με την παλέτα του ουράνια αριστουργήματα. Ο νυχτερινός ουρανός, αν και σχεδόν πάντα ο ίδιος, συνεχίζει να μαγεύει όπως περιγράφω στο ποίημα ‘Αστροταξιδευτής’:

Ψηλά κοιτάω το βράδυ
κι απ’ άστρο σ’άστρο πετάγομαι,
πότε πότε σε κάποιον πλανήτη.
Κάποτε πεφταστέρια με ταξιδεύουνε
και σ’άλλους γαλαξίες.
Βγαίνει έπειτα ολόασπρη η σελήνη
και παντρεύεται τον κατάμαυρο ουρανό
με παρανυφάκια τ’άστρα
στην πιο όμορφη γαμήλια δεξίωση.

Μόνο κοιτώντας το νυχτερινό ουρανό, ο άνθρωπος καταλαβαίνει ταυτόχρονα τη μικρότητα και τη μεγαλειότητά του.

Η αποδοχή του πόνου, της φθοράς, και του θανάτου, ωστόσο, δεν πρέπει να γίνεται αφορμή για αποδοχή της ματαιοδοξίας και της αφαίρεσης βασικών εννοιών της ζωής.

Αντίθετα, η αποδοχή των τριών γίνεται σαν βασική προϋπόθεση για την απόλαυση της ζωής και του τι έχει να προσφέρει. Λανθασμένα, τότε, η αποδοχή της θνητότητας θεωρείται πράξη αρνητική, αφού αυτή η αποδοχή δίνει την ευκαιρία αποδοχής της ζωής, αλλά και των ανθρώπων.

Η αποδοχή των ανθρώπων απλώς ως μέλη του ανθρώπινου είδους είναι άλλο ένα βασικό μήνυμα του βιβλίου. Υπηρετώντας μέρος της στρατιωτικής μου θητείας στην Πράσινη Γραμμή, ήταν έντονη η παρουσία των απέναντι στρατιωτών ως ‘άλλοι’, ως ‘ξένοι’, ως ‘άγνωστοι’, οι οποίοι καμουφλαρισμένοι από τα ρούχα που φορούσαν, έχαναν την ανθρώπινη τους ύπαρξη, όπως κι εγώ. Ζούσαμε και ζούμε ακόμη σε ένα περιβάλλον, όπου συμπεριφερόμαστε σαν οι απέναντι δεν έχουν ανθρώπινες αξίες· δεν έχουν όνειρα, ανησυχίες, δεν ερωτεύονται, δεν δημιουργούν. Και μιλάμε για τους κάθε λογής ‘απέναντί’ – οι απέναντι είναι οτιδήποτε δεν είμαστε εμείς, ο καθένας μας έχει διαφορετικούς ανθρώπους απέναντί του. Και είμαστε κι εμείς, με τη σειρά μας, οι ‘απέναντί’ κάποιων άλλων. Γράφω στο ποίημα ‘429’:

Για ό,τι έγινε παλιά
σου’παν να μισείς
όσους στο ίδιο χώμα
μ’αυτούς γεννήθηκαν.
‘Μην τους χαμογελάς’
‘Κίνδυνος είναι για σένα’
‘Ύπουλη ράτσα’
Τ’αστείο είναι πως
τα ίδια λεν κι αυτοί για σένα
στα χώματά τους.

Δεν μπορούμε να γεφυρώσουμε το χάσμα μεταξύ δύο ανθρώπων, δύο κοινοτήτων, δύο φυλών, δύο οποιωνδήποτε κοινωνικών ομάδων, αν δεν αντιληφθούμε πως για τους απέναντι, εμείς είμαστε οι ‘ξένοι’, οι ‘απάνθρωποι’, οι ‘επικίνδυνοι’. Ξεχνάμε να μετέχουμε στις χαρές των άλλων, ειδικά όταν αυτές δεν μας επηρεάζουν αρνητικά. Στο επόμενο ποίημα, ‘396’, γράφω:

‘Γκολ!’, ακούστηκε στα σύνορα.
Δεν ήξερα αν έπρεπε να χαρώ γι’αυτούς.
Δεν ήξερα αν ήταν οι δικοί μας
ή οι δικοί τους.
Μα σκέφτηκα πως δεν έπρεπε να μ’ένοιαζε.
Ήταν άνθρωποι.
Σαν κι εμένα.
Κι αυτό μου έφτανε.

Έχουμε συνηθίσει τόσο πολύ στον διαχωρισμό των ανθρώπων σε ομάδες, τόσο που για να χαρούμε με κάτι ή να δούμε κάτι με καλό μάτι, πρέπει πρώτα να επιβεβαιώσουμε πως συμβαίνει στο κοινωνικό σύνολο στο οποίο ανήκουμε.

Είναι φυσικά αδύνατο και εν γένει αναπόφευκτο να μην υπάρχουν κοινωνικές ομάδες. Είναι κάτι υγιές για την κοινωνία. Δεν είναι όμως υγιής η έχθρα μεταξύ των κοινωνικών ομάδων, ειδικά όταν από επίπεδο ιδεολογικό φτάνει σε επίπεδο ανθρώπινο.

Στην ουσία, το βιβλίο προτείνει να αγαπήσουμε, να δημιουργήσουμε, να ταξιδέψουμε, να εκτιμήσουμε, και να απολαύσουμε τη φύση και τους ανθρώπους γύρω μας, να αντιδράσουμε και να δράσουμε, πάντα έχοντας κατά νου τη θνητότητά μας. Για να το πετύχουμε αυτό, επιβάλλεται μια ισορροπία μεταξύ ανησυχίας και ησυχίας.

Με βάση αυτές τις σκέψεις, ο αναγνώστης δεν πρέπει να μετέχει παθητικά στα ποιήματα, αλλά να συμμετέχει στα ποιήματα του βιβλίου, και με αυτό τον τρόπο θα κρίνει αν αξίζουν και πόσο.

Αν σας μιλήσουν τα ποιήματα, καλώς. Αν όχι, μην τα λυπηθείτε, άστε τα στο ράφι.

Ευχαριστώ.