Σε βλέπω

Στο άλλο μισό του κρεβατιού
που ‘χει κάνει δικό του εδώ και μέρες
το σκυλί.

Στην μισοφαγωμένη μπανάνα που ‘χες αφήσει εκείνο το πρωί
για να την φας στο ‘μετά’ που ποτέ δεν ήρθε.

Στην οδοντόβουρτσά μου στο μπάνιο
που ‘χει γυρίσει το κεφάλι της στην άλλη μεριά του ποτηριού
σκυφτή να βλέπει τον νεροχύτη.

Σε βλέπω.

Στην απουσία σου.

Advertisements
Η ζωή του ποιητή

Η ζωή του ποιητή

Έχει καιρό να γράψω κάποιο καλό ποίημα. Βασικά έγραψα 1-2 την περασμένη βδομάδα, αλλά θα επανέλθω σε αυτά αργότερα.

Και το πρόβλημα νομίζω πως είναι ότι δεν ζω σαν ποιητής.

Βλέπεις, το να είναι κάποιος ποιητής δεν είναι επάγγελμα, ούτε ασχολία. Είναι τρόπος ζωής.

Δηλαδή, δεν είπε ποτέ κάποιος ποιητής «Τώρα θα κάτσω να γράψω ποίημα» και να κάτσει να το γράψει. Δεν είναι ασχολία της στιγμής – δεν είναι ασχολία η οποία «αρχίζει όταν αρχίζει και τελειώνει όταν τελειώνει». Και τι εννοώ. Δεν είναι σαν το μαγείρεμα ας πούμε το οποίο, χρονικά, έχει αρχή και τέλος. Ούτε είναι σαν να λες «θα πάω γυμναστήριο για μία ώρα». Ένα ποιήμα άρχισε να ζει πολύ προτού ο ποιητής ξεκινήσει να το γράφει, και ένα ποίημα δεν τελειώνει όταν ο ποιητής σταματήσει να το γράφει. Ένα ποίημα ζει πέρα από την πράξη του γραψίματός του.

Και έτσι η ποίηση διαφέρει από άλλες τέχνες – την ζωγραφική, το τραγούδι, την μουσική. Ειδικότερα τα τελευταία δύο, τα οποία εκ φύσεως εντάσσονται πολύ περισσότερο στα performing arts, βοηθούν κάποιο να καταλάβει την διαφορά του μουσικού από τον «μουσικό» και του τραγουδιστή από τον «τραγουδιστή».

Είχα γνωρίσει άτομα στο πανεπιστήμιο τα οποία έπαιζαν κάποιο μουσικό όργανο, ανήκαν σε κάποια μπάντα ή ορχήστρα, αλλά πέρα από αυτό, δεν είχαν κάποια επαφή με την μουσική ως τέχνη. Η μουσική που άκουγαν δεν είχε καμία σχέση με την μουσική που έπαιζαν, δεν πήγαιναν σε συναυλίες ή κονσέρτα άλλων, ούτε είχαν ενδιαφέρον να γράψουν μουσική. Έστω και αν ξοδεύει ώρες καθημερινά για εξάσκηση ή για να παίξει σε κάποια συναυλία ή κονσέρτο, ένας μουσικός είναι απλώς «μουσικός» αν ασχολείται με τη μουσική μόνο όταν εκτελεί κάποιο κομμάτι.

Ένας μουσικός ζει σαν μουσικός. Έχει πάθος για την μουσική ως τέχνη. Ακούει τα κορναρίσματα και τους ήχους των αυτοκινήτων στον δρόμο και σκέφτεται πώς θα μπορούσαν να αποτελέσουν κάποιο μουσικό κομμάτι (βλέπε, Autosymphonic, την πρώτη ορχήστρα αυτοκινήτων, από τον Μάριο Ιωάννου Ηλία). Είναι σε ένα μπαρ με τους φίλους του και αφαιρείται ξαφνικά αφού προσπαθεί να ακούσει σε τι κλίμακα είναι γραμμένη η μουσική που παίζει στο βάθος. Έχει, γενικά, κάποιο ενδιαφέρον για τον ήχο που διαφέρει από το ενδιαφέρον που έχει κάποιος «μουσικός» ή μη-μουσικός.

Γι’αυτό και έχει τεράστια διαφορά το «παίζω μουσική» από το «είμαι μουσικός».

Και, σκέφτομαι, δεν πρέπει να με εκπλήσσει που δεν γράφω ποίηση. Έναν ποιητή δεν τον ενδιαφέρει η δόξα, ούτε η αναγνώριση. Κι όμως, δεν κρύβω ότι ξεκίνησα να γράφω άρθρα κοινωνικού, πολιτικού κ.α. περιεχομένου, μερικώς για την αναγνώριση. Μου αρέσει, δεν λέω, που έχω την ευκαιρία να μοιραστώ τις σκέψεις μου με τόσο κόσμο και να έχω κάποια επιρροή σε εκατοντάδες ή και χιλιάδες άτομα. Δεν αναιρεί, φυσικά, την ποίηση το να είναι κάποιος αρθρογράφος – πολλοί ποιητές και συγγραφείς ήταν. Όμως, πρέπει να λάβει κάποιος σοβαρά υπ’όψην το γιατί γράφει κάποιο άρθρο και γιατί ενεπλάκη στην αρθρογραφία. Η καθημερινότητά μου, δηλαδή, κατέληξε να μου δίνει ιδέες για άρθρα αντί για ποιήματα. Και για λίγους μήνες που ασχολήθηκα με το Twitter, είχα συνεχώς ιδέες για tweets, αντί για άρθρα ή ποιήματα. Και όποιος έχει ασχοληθεί έστω για λίγο με το Twitter, θα έχει δει πως αποτελεί ένα εξαιρετικά τοξικό μέρος, στο οποίο δεν υπάρχει περιθώριο δημιουργικής έκφρασης (ίσως με εξαίρεση κάποιους σατιρικούς λογαριασμούς).

Ούτε μπορώ να αναμένω πως θα γράψω κάποιο ποίημα, έστω σκάρτο, αν μιλώ, ακούω, και γράφω μόνο στην αγγλική γλώσσα στην καθημερινότητά μου. Την γλώσσα, όπως και την ποίηση, την ζεις. Ακριβώς επειδή η ποίηση πηγάζει από την εμπειρία, και η εμπειρία περιέχει το να ζήσει κάποιος τους ανθρώπους μέσω της γλώσσας, τότε χρειάζεται κάποιος να ανήκει μέσα στην γλώσσα.

Δεν νοείται κάποιος να μάθει μια γλώσσα αν δεν μάθει τους ανθρώπους που την μιλούν – αν δεν μάθει πώς την χρησιμοποιούν, τα ιδιώματά τους, καθημερινές εκφράσεις που δεν θα βρεις σε κανένα λεξικό. Να προσπαθήσει δηλαδή να ζήσει σαν αυτούς.

Είχα αναφέρει στην αρχή του κειμένου τα 1-2 καλά ποιήματα που είχα γράψει την περασμένη βδομάδα. Τα ποιήματα τα είχα γράψει όταν ήμουν στην Αθήνα για μερικές μέρες – εκεί που άκουγα, μιλούσα, και διάβαζα στην ελληνική γλώσσα. Άρα, είναι η ζωή που κάποιος και οι επιρροές που έχει στο περιβάλλον του που του δίνουν τροφή να γράψει. Και αφού η ποίηση είναι η γλώσσα, τότε επιβάλλεται κάποιος να έχει επαφή με την γλώσσα. Αλλιώς, είναι αναπόφευκτο πως θα χάσει την επαφή και με την ποίηση στην εν λόγω γλώσσα.

Αυτή είναι, στην ουσία, η σημασία του να ζει κάποιος ανάλογα με το τι θέλει να γίνει στη ζωή. Δεν είναι τυχαίο, για παράδειγμα, που υπάρχει μεγαλύτερη πιθανότητα να βρεις κάποιον ποιητή σε εγκαίνια έκθεσης ζωγραφικής παρά σε συνάντηση μελών σωματείου μιας ποδοσφαιρικής ομάδας.

Ούτε λέω πως είμαι φιλόσοφος και νοιώθω εξαιρετικά άβολα όταν κάποιος με αποκαλεί έτσι, ειδικά μπροστά σε άλλους, μόνο και μόνο επειδή σπουδάζω φιλοσοφία. Ο φιλόσοφος δεν είναι αυτός που σπουδάζει φιλοσοφία, δεν είναι αυτός που γράφει φιλοσοφικά κείμενα, δεν είναι ούτε καν αυτός που είναι ακαδημαϊκός στον τομέα της φιλοσοφίας. Ο φιλόσοφος είναι αυτός που ζει σαν φιλόσοφος. Και όλα τα άλλα – δηλαδή το να διδάσκει κάποιος φιλοσοφία ή να γράφει φιλοσοφικά κείμενα – έρχονται αργότερα.

Ένα ποιήμα «έρχεται» – όπως και το οτιδήποτε άμα ασχολείσαι σοβαρά με κάτι. Σε έναν επιχειρηματία θα «έρθει» η ιδέα ενός επαναστατικού προϊόντος, σε έναν chef θα «έρθει» η ιδέα για ένα νέο πιάτο, σε έναν σχεδιαστή μόδας θα «έρθει» η ιδέα για ένα όμορφο σχέδιο.

Θα «έρθει» όταν ζει σαν επιχειρηματίας, όταν ζει σαν chef, όταν ζει σαν σχεδιαστής μόδας. Αν ο επιχειρηματίας σταματήσει να είναι επιχειρηματίας όταν φύγει από το γραφείο, ο chef όταν βγει απ’την κουζίνα, και ο σχεδιαστής μόδας όταν τελειώσει η επίδειξη μόδας, τότε έχουν χάσει – είναι απλώς «επιχειρηματίες», «chef», και «σχεδιαστές μόδας».

Έτσι και ο ποιητής, είναι πάντα ποιητής, όχι μόνο όταν γράφει.

Το ποίημα δεν το γράφεις εσύ – σου κτυπά την πόρτα.  Κι όποιος αυτοαποκαλείται ποιητής, να ξέρετε πως ψεύδεται.

Άλλο το «γράφω ποίηση», κι άλλο το «είμαι ποιητής».

 

 

άτιτλο

Κάμνεις τη λίστα για το χριστουγεννιάτικο τραπέζι.

Μετράς, φτάνεις σε ένα αριθμό ατόμων.

Μετά αρκέφκεις τζι’αφαιρείς.

Αφαιρείς έναν, μετά ακόμα έναν.

Τζι’ακόμα έναν.

Γράφεις κάτω τον αριθμό.

Θυμάσαι πως έσιεις ακόμα έναν να αφαιρέσεις.

Σβήνεις. Αφαιρείς ξανά.

Κάθε χρόνο η λίστα γίνεται τζιαι πιο μικρή.

Τζιαμέ φαίνεται ο θάνατος.

Τα μωρά

Πρώτη φορά είχαν έρτει τα μωρά στον τόπο που σπουδάζω. Ήταν εμφανές στον τρόπο που εκοιτάζαν το τοπίο τζιαι τα κτίρια γυρών τους μόλις είχαν κατεβεί που το τρένο το πόσην όρεξην είχαν να ανακαλύψουν τζιαι να περιπλανηθούν στην πόλη.

Κάτι που ξεχωρίζει τα μωρά που τους μεγάλους είναι ότι τα για τα μωρά τα πάντα είναι άγνωστα, τζιαι στην προσπάθειαν τους να μάθουν πράγματα για τον κόσμο ασκούν περιέργεια σε οτιδήποτε βρίσκεται γυρών τους. Έστω κι αν ζουν σε μια ρουτίνα, υπάρχουν δεκάδες πράματα που προσέχουν καθημερινά τζιαι προσπαθούν να μάθουν ‘πώς’ τζιαι ‘γιατί’.

Έτσι τζιαι τούτα τα μωρά που επισκεφτήκαν την πόλη που σπουδάζω – Γιατί χτίζουν δαμέ; Τι ήσιεν πριν δαμέ; Πώς πάμε στο τάδε εστιατόριο; Τι σημαίνει το έμβλημα της πόλης; Ποιου εν τούτη η προτομή; Γιατί έσιει κόκκινα λουλούδια στο άγαλμα; Πόσο παλιό εν τούτο το κτίριο;

Μαζί με πολλές άλλες ερωτήσεις τζιαι παρατηρήσεις για τα ωράρια των καταστημάτων, τα απορριματοφόρα, τους δρόμους, τους τύπους των αυτοκινήτων, τα ρούχα των ανθρώπων, τις πλάκες στην πλατεία, την αρχιτεκτονική των κτιρίων, τις αίθουσες του πανεπιστημίου, τα λεωφορεία.

‘Θέλω να δοκιμάσω να ανοίξω εγώ την πόρτα του σπιτιού τούντην φορά’, είπεν το ένα μωρό, ενθουσιασμένο που η πόρτα δεν ήσιε κλειδί, αλλά ψηφιακό πληκτρολόγιο με αριθμούς το οποίο εμφανιζόταν σε οθόνη πάνω στην πόρτα αφού έβαζες την παλάμη σου πάνω στην οθόνη. ‘Θέλω να σε πάρω εγώ στο ποτάμι’, είπεν το άλλο μωρό όταν μετά που θκυο μέρες στην πόλη ένιωσεν ότι ήξερεν αρκετά για τούτην ώστε να μπορεί να περιπλανείται μόνον του.

Μόνο που εν ήταν ακριβώς μωρά. Ήταν οι γονείς μου.

Εν ωραίο να τους βλέπεις να ξαναανακαλύπτουν τον κόσμο μέσω εσένα.

Youth calls to age

You too have seen the sun a bird of fire
Stepping on clouds across the golden sky,
Have known man’s envy and his weak disire,
Have loved and lost.

You, who are old, have loved and lost as I
All that is beautiful but born to die,
Have traced your patterns in the hastening frost.
And you have walked up in the hills at night,
And bared your head beneath the living sky,
When it was noon have walked into the light,
Knowing such joy as I.

Though there are years between us, they are naught
Youth calls to age across the tired years:’What have you found,’ he cries, ‘what have you sought?’
‘What you have found,’ age answers through his tears,
‘What you have sought’

Dylan Thomas

Είμαι πλέον σημαντικός.

Είμαι πλεόν σημαντικός.

Άρκεψα να’χω meetings τζιαι συναντήσεις. Εν το ίδιο πράμα, αλλά χρησιμοποιώ τα interchangeably (βλέπεις πως χρησμοποιώ την αγγλική α;), μπας τζιαι σε πείσω πως έχουν καμιά διαφορά. Την περασμένη Πέμπτη όταν με έπιανες τηλέφωνο, απάντησα σου το την δεύτερη φορά (αφού το άφησα να παίξει λλίες φορές) τζιαι σου είπα «Ρε είμαι busy τωρά, να σε πιάσω σε λλίο». Πρόσεξε, busy, όι απασχολημένος. Έσιει διαφορά. Τι; Καρτεράς ακόμα να σε πιάσω; Αφού είμαι busy είπαμε. Τζιαι ξέρεις με, αγχώνουμαι τζιαι νοιώθω τζιαι ωραία.

Το άλλο εν σου το είπα, απέκτησα τζιαι πρόγραμμα. Όι schedule, ακούεται πολλά pretentious*. Γι’αυτό τζιαι όταν με ρώτησες αν μπορώ για καφέ την ερχόμενη Τρίτη στις 4, είπα σου «να δω το πρόγραμμα μου τζιαι να σου πω». Είμαι κανένας αθκιασερός ενόμισες;

Να σου πω τζιαι το καλύτερο, εξαναξεκίνησα το τρέξιμο. Όι το κανονικό όπως παλιά, ούτε βουρώ με το αυτοκίνητο. Βασίκα, ένιξερω ποιο τρέξιμο. Απλώς άμα με ρωτήσεις τι κάμνω λαλώ σου «βουρώ». Το παράξενον εν ότι που τον τζιαιρόν που άρκεψα τζιαι «βουρώ», έβαλα τζιαι κιλά. Ίντα πράμαν α;

Αλλά έστω τζιαι ότι βουρώ, εννοείται ότι πάντα όταν βρεθούμε θα έρτω λλίο καθυστερημένα. Εκτός φυσικά αν έχω meeting ή συνάντηση. Ξέρεις, εν τόσο packed το πρόγραμμα μου που δυστυχώς εν προλαβαίνω να έρκουμαι στην ώρα μου. Μεν έρτω στην ώρα μου τζιαι νομίσεις ότι εν είχα κάτι άλλο να κάμω πριν. Άσχετον ότι έσιει φορές που είμαι λλίοτερον παραγωγικός που σλοθ που τζιοιμάται – εννοείται ότι εν πρέπει να το ξέρεις.

Τζιαι τέλος, το άλλο το κουφό εν ότι πάντα είχα πράματα να παραδώσω σε συγκεκριμένες ημερομηνίες, αλλά μόλις πρόσφατα απέκτησα deadlines. Τζιαι πάντα λαλώ σου σε ποιες ημερομηνίες εν τα deadlines μου τζιαι πάντα πιάννεις με τηλέφωνο λλίες μέρες πριν για να βρεθούμε. Πώς εν τις θυμάσαι;!

Αφού λαλώ σου.

Είμαι πλέον σημαντικός.

*Όπως το σύντομο ανέκδοτο: «Pretentious? Moi?»