Ο ζωντανός νεκρός

Ο ήλιος ανέτειλε.
Αυτός κοιμόταν.
Τα πουλιά κελαηδούσαν τη μουσική τους.
Δεν τα άκουσε, μόλις είχε ξυπνήσει το κουρασμένο του μυαλό.
Η γυναίκα του του είπε καλημέρα.
Δεν απάντησε. Ήταν απασχολημένος στο μπάνιο.
Τα παιδιά του σηκώθηκαν και πήγαν σχολείο.
Δεν τα είδε. Έπρεπε να ετοιμαστεί γρήγορα για τη δουλειά.
Ο απαλός αέρας έξω χαίδευε τα δέντρα.
Δεν τον ένιωσε. Ήταν κλειστός μέσα στους 4 τοίχους του κλιματιστικού.
Η καρδιά του χτυπούσε για ακόμια μια μέρα. Ξύπνησε υγιής.
Δεν το εκτίμησε, θεωρούσε ότι ήταν ακόμα μια μέρα όπως όλες τις άλλες.
Η πωλήτρια στο καφέ του είπε καλή όρεξη.
Δεν είχε χρόνο για τέτοια. Είχε ήδη αργήσει για τη δουλειά.
Οι συναδέλφοι του στη δουλειά του χαμογέλασαν μόλις μπήκε στο κτίριο.
Δεν τους είδε. Έβλεπε χάμω.
Η αδερφή του τον πήρε τηλέφωνο να δει αν είναι καλά.
Δεν απάντησε. Είχε πολλή δουλειά στο γραφείο που έπρεπε να τελιώσει.
Ο φρουρός ασφαλείας τον χαιρέτησε την ώρα που σχόλανε.
Ονειροπολούσε. Σκεφτόταν ήδη πως θα αντιμετωπίσει τα προβλήματα της επόμενης ημέρας.
Έφτασε σπίτι του. Δε χαιρέτησε κανένα, δεν είδε κανένα, δε καληνύχτισε κανένα. Ήταν όλοι στα κρεβάτια τους.
Πήγε κι αυτός στο κρεβάτι του, με ήσυχη τη συνείδηση του ότι τη σημερινή μέρα έκανε ό,τι καλύτερο μπορούσε και πως την έζησε στο έπακρο.
Ήταν όμως ένας ζωντανός νεκρός.

Γραμμένο με αφορμή όταν σήμερα το πρωί επέστρεφα που κάπου η ώρα 5 τζιαι εσταμάτησα σε ένα τόπο για καμιά ώρα να δω την ανατολή του ήλιου. Ησυχία, με τον αέρα να χαιδεύκει το δέρμα, τζιαι οι μόνοι ήχοι που ακούεις ναν των δέντρων, του αέρα τζιαι των κοκορων. Τίποτε άλλο. Ελεύθερος να αφεθείς στες σκέψεις σου, χωρίς πρόγραμμα, χωρίς έγνοιες, χωρίς άγχος για οτιδήποτε. Εν ήταν 5 η ώρα, εν υπήρχεν ώρα, ήμουν απλά ο εαυτός μου τζιαι η φύση.

Όταν κατά τις 6 τζιαι 5 άρκεψε να φκαίνει ο ήλιος ενθουσιάστηκα. Εξυμνούσα που μέσα μου τη μαγεία της φύσης τζιαι εθαύμαζα πόσον πανέμορφος εν ο ήλιος τζιαι πόσον άρχοντας φαίνεται. Σαν ένας βασιλιάς που ξυπνά τζιαι πάει να κάτσει στον θρόνον του.

Τη στιγμή που επία να φκάλω φωτογραφία λέω «Τι κάμνεις ρε μαλάκα;». Τζίνο το πράμα που έβλεπα…συμβαίνει κάθε μέρα. Έννεν κάτι σπάνιο, ούτε κάτι διαφορετικό. Συμβαίνει every fucking day. Τζιαι όμως, ανατρίσιασα μόλις εφκήκε ο ήλιος. Στη ζωή μου, είχα την ευκαιρία να παρακολουθήσω τούντο φαινόμενο περίπου 6500 φορές. Έξι χιλάδες πεντακόσιες φορές. Τζιαι όμως, μπορεί οι φορές που το είδα να μετρούνται στα δάκτυλα των δύο χεριών, ή και του ενός.

Η ζωή εν γεμάτη κρυμμένους θυσαυρούς. Η ζωή εν γεμάτη ευτυχία, που τη φύσην της. Η σημασία της ζωής φαίνεται στα μικρά μικρά, στο καλημέρα της γυναίκας, στο φιλί των παιδιών, στο χαιρέτημα κάποιου ξένου. Στον ήλιο που ανατέλλει και δύει, στο αστέρι που πέφτει, στον αέρα που κτυπά στα αυτιά. Στο πουλί που κελαηδά, στη μέλισσα που πάει να συνάξει γύρη, στον κόκορα που κακαρίζει. Τα πάντα είναι ευτυχία, εξαρτάται όμως πως τα βλέπουμε.΄

Τίποτε έννεν από τη φύση του καλό ή κακό. Εκτός που τη ζωή. Στα υπόλοιπα, εμείς δίνουμε ταυτότητα, τζιαι επιβάλλεται ναν πάντα η καλή. Είναι πράματα του δευτερολέπτου, τα οποία μπορούν να αλλάξουν τη ζωή σου. Θα πω το πιο απλό παράδειγμα, ένα καλημέρα μέσα που τη ψυσιή συνοδεμένο που ένα χαμόγελο. Εν έσιει κάτι καλύτερο να ξεκινήσει τη μέραν του ο άθρωπος.

Ας μην ζούμε στην άγνοια του κόσμου μας τζιαι να είμαστε ζωντανά όντα, τα οποία όμως συμπεριφέρονται σαν νεκρά. Γιατί ως γνωστόν κάτι νεκρό δε μπορέι να εκτιμήσει τον κόσμο. Ας εκμεταλλευτούμε το γεγονός ότι είμαστε ακόμα ζωντανοί, ας εκτιμήσουμε το δώρο της ζωής.

Ας γίνουμε ζωντανοί. Αληθινοί ζωντανοί.

Advertisements