Στο Διονύση

Εν μπορώ να πω ότι είμαι τζιαι φαν του Σαββόπουλου. Όι επειδή εν μου αρέσκει, αλλά μάλλον επειδή εν τον είχα ψάξει αρκετά. Άκουα μέσα μέσα τη Συνεφούλλα, τον Καραγκιόζη, τον Αγγελο Εξάγγελο, το Άδεια μου αγκαλιά, το Ας κρατήσουν οι χοροί, τζιαι μερικά άλλα που λλίο πολλά ούλλοι ξέρουμε τζιαι ακούμε, αλλά εν είχα περισσότερην επαφή ούτε με τα τραγούδια του ούτε με τον άνθρωπο Σαββόπουλο.

Εψές έβαλα ακόμα έναν άτομο στη λίστα με τους αγαπημένους μου τραγουδιστές. Για την ακρίβεια, τραγουδοποιούς, όπως εν τζιαι ο Διονύσης Σαββόπουλος. Φκαίνοντας κάποιος που τη φυλακή νέων που κάποιοι επιμένουν να αποκαλούν στρατό, γυρεύκει να κάμει οτιδήποτε που να του θυμίζει κόσμο. Έτσι τζι’επία. Το Δημοτικό Θέατρο Στροβόλου γεμάτο, με μέσον όρον ηλικίας θεατών 45-50 χρονών. Σκεπτόμενος ότι ο συγκεκριμένος κύκλων συναυλιών σε Λευκωσία, Λάρνακα τζιαι Λεμεσό γίνεται για τα 50χρονα καλλιτεχνικών δημιουργιών του Σαββόπουλου, συμπεραίνει κάποιος ότι πρόκειται για άτομα που εμεγαλώσαν μαζίν του, που τον επρωτοακούσαν στις μπουατ της εποχής, που εζήσαν τζίνα για τα οποία τραγουδά, τζιαι νιώθουν τον χωρίς οποιαδήποτε προσπάθεια αφού μιλά μέστην καρδιάν τους.

Ένα πιάνο, μια κιθάρα, ένας Σαββόπουλος τζιαι ένας ταλαντούχος πιανίστας (Στάθης Άννινος) ήταν αρκετά. Όπως εξήγησε τζιαι ο Σαββόπουλος, το σκηνικό ήταν έτσι για να θυμίζει τις πρώτες του απλές συναυλίες στις μπουατ. Ο Διονύσης εφάνηκεν ένας άνθρωπος με πολλήν ενέργεια, αξιοζήλευτη παιδικότητα, χαρούμενος, απλός, κεφάτος, συμπαθητικότατος. Αρχίζοντας με το πως να κρυφτείς απ’τα παιδιά, τζιαι τελιώνοντας με το ας κρατήσουν οι χοροί, ο Διονύσης εγνώρισεν μας τον εαυτό του με τα τραγούδια του που εφαίνετουν ότι ήταν βγαλμένα που τη ζωήν του, αγνά τζιαι όλο νόημα.

Με ολόκληρο το κοινό να τραγούδα μαζίν του τζιαι να χτυπά παλαμάκια σε ρυθμό, σε βαθμό που ορισμένες φορές ήταν ανατριχιαστικό, εδημιούργησεν αναμφισβήτητα μιαν πολλά ωραίαν ατμόσφαιρα. Ήταν στις πλάτες του τζιαι εβαρούσαν 50 χρόνια δημιουργιών, εμπειριών, κριτικής, λογοκρισίας, σε μια σύντομη συναυλία όλο ποιότητα, κέφι τζιαι ταυτόχρονα γνωριμίας όι μόνο με τον τραγουδοποιό Σαββόπουλο αλλά τζιαι με τον άνθρωπο.

Ήταν ωραία, πολλά ωραία στο Διονύση.

Υπεράσπιση της απογοήτευσης

Η απογοήτευση είναι μια αξία πολύ υποτιμημένη. Ίσως επειδή φέρνει μαζί της αρνητικά συναισθήματα. Μα μπορεί, αλήθεια, να υπάρχει πρόοδος και αλλαγή χωρίς απογοήτευση, αποτυχία, και κάποιας μορφής αρνητικότητα; «Δεν είμαι ευχαριστημένος με αυτή μου την απόδοση», «Αν γίνω καλύτερος θα έχω περισσότερες ευκαιρίες και προνόμια», «Τόση προσπάθεια δεν ήταν αρκετή. Επιβάλλεται περισσότερη», είναι οι εκφράσεις οι οποίες προηγούνται της αλλαγής και συνοδεύουν την απογοήτευση. Θα μπορούσαν οι καλύτεροι μουσικοί, συγγραφείς, ζωγράφοι, επενδυτές, διευθυντές, εφευρέτες και αθλητές να φτάσουν στα ψηλότερα σκαλοπάτια αν οποιαδήποτε στιγμή στην καριέρα τους επαναπαύονταν στο σημείο που βρίσκονταν για χάρη της «θετικής» σκέψης και της «ευχαρίστησης»; Όχι. Απογοητεύονταν εκουσίως και πείσμωναν σε κάθε σκαλοπάτι μέχρι να φτάσουν στο επόμενο.

Μπορεί να φαίνονται χαρούμενοι και ευτυχισμένοι όσοι επαναπαύτηκαν σε κάποιο σκαλοπάτι αλλά είναι αυτοί που ίσως δε ξέρουν τον εαυτό τους, τα όριά τους, τους στόχους τους, τα όνειρά τους και αποδέχονται χωρίς σκέψη και προσπάθεια την κατάσταση στην οποία βρεθηκαν. Μπορεί επίσης να μην τους αρέσει στ’αλήθεια η κατάσταση στην οποία βρίσκονται αλλά να μην τολμούν να αλλάξουν, φοβουμενοι αυτό που θα φέρει η αλλαγή, κάτι το οποίο είναι , ομολογουμένως, άγνωστο.

Υπάρχει, δυστυχώς, προκατάληψη σε ότι αφορά όλες τις μορφές απογοήτευσης. Κακή απογοήτευση είναι αυτή στην οποία εκουσίως βυθίζεται ο άνθρωπος και από την οποία δεν έχει τη θέληση να βγει, κάνοντάς την μέρος της ζωής του, κάτι το οποίο τον οδηγεί μακριά από τη δημιουργικότητα. Καλή απογοήτευση είναι αυτή στην οποία πάλι εκουσίως βυθίζεται ο άνθρωπος και την οποία όμως χρησιμοποιεί ως αιτία για πρόοδο και αλλαγή, μέσω της κατανόησης του εαυτού του. Μη αποδεχόμενος την παρούσα κατάσταση καταλαβαίνει τι τον ευχαριστεί και τι τον απογοητεύει και αυτό τον βοηθά να διαλέξει τα μονοπάτια που θ’ακολουθήσει. Δεν πιέζει τον εαυτό του να είναι ευτυχισμένος και ευχαριστημένος με τα πάντα έστω κι αν αυτό τον κάνει να φαίνεται χαρούμενος και ολοκληρωμένος. Ξέρει πως γνωρίζοντας τι τον απογοητεύει και μη φοβούμενος την απογοήτευση, θα μπορέσει να φτάσει στο επόμενο σκαλοπάτι. Πως; Χρησιμοποιώντας την αποτυχία και την απογοήτευση ως ένα χέρι βοηθειας και όχι ως κάτι εν γένει κακό το οποίο πρέπει να αποφύγει λόγω των αρνητικών συναισθημάτων που του προκαλεί, πιέζοντας τον εαυτό του να ζήσει ψεύτικη ευχαρίστηση.

Τα αρνητικά συναισθήματα δεν πρέπει να θεωρούνται κακά εξ αρχής αλλά να μας βοηθούν να αντιληφθούμε πρώτα τα ίδια, έπειτα τις καταστάσεις υπό τις οποίες συμβαίνουν και ακολούθως εμάς τους ίδιους. Η αποφυγή χωρίς εξέταση των αρνητικών συναισθημάτων και στιγμών απογοήτευσης δεν προσφέρει τίποτε άλλο παρά στασιμότητα. Κι αυτό είναι αληθές καθώς η πορεία για πρόοδο και εξέλιξη είναι συνυφασμένη με απογοητεύσεις και αποτυχίες.

Έτσι, όποιος θέλει να προοδεύσει δε μπορεί να φοβάται την αποτυχία και την απογοήτευση. Είναι ωστόσο δυνατόν για κάποιον να νιώθει πραγματικά ευτυχισμένος στην κατάσταση στην οποία βρίσκεται αλλά θεωρώ πως είναι αδύνατον για κάποιον να ζει χωρίς πρόοδο και χωρίς αυτοεξέλιξη, και άρα χωρίς απογοήτευση στην πορεία. Αυτό δεν πρέπει να σημαίνει πως η απογοήτευση πρέπει να γίνει η ζωή κάποιου ή να την αποδέχεται σε τέτοιο βαθμό όπου να τον καταβάλλει και να τον λυγίζει για μεγάλο χρονικό διάστημα. Ένας νους πρέπει να εντοπίζει τις απογοητεύσεις, να τις εξετάζει και να υπάρχουν μέσα του για μικρό χρονικό διάστημα. Προσωρινά. Ακολούθως, αφού πρώτα τις αντιληφθεί, εξετάσει και έχει πατήσει στο σκαλοπάτι που δημιουργησαν, συνεχίζει το ταξίδι του, διαλέγοντας τα μονοπάτια του πιο σοφά, ένα βήμα τη φορά, αφού τώρα ξέρει.

Υπάρχει γενικά η καντιανή αντίληψη πως πρέπει να νιώθουμε πάντα ευτυχισμένοι και να αποφεύγουμε την απογοήτευση, με οποιοδήποτε κόστος. Ωστόσο, δεν υπάρχει ευτυχία χωρίς απογοήτευση και επιτυχία χωρίς επιτυχία. Όπως θα έλεγε ο Ηράκλειτος: η απογοήτευση είναι αυτό που δίνει σημασία στην ευχαρίστηση, στην ευτυχία. Και αντίθετα. Χωρίς την αντίθετή της, η κάθε λέξη σταματά να είναι λέξη και είναι απλώς ένα σύμπλεγμα γραμμάτων. Τα αντίθετα, η συνεχής κίνηση από το ένα στο άλλο, είναι αυτό που δίνει στις λέξεις το νόημά τους. Δεν υπάρχει θετικό χωρίς αρνητικό, δεξιά χωρίς αριστερά, επιτυχία χωρίς αποτυχία. Έτσι, εξ ορισμού, η επιτυχία χρειάζεται την αποτυχία για να υπάρξει και να λειτουργήσει.

Επίσης, εννοείται πως κάθε επεξεργασία και ανάλυση οποιασδήποτε αρνητικής σκέψης ή στιγμής απογοήτευσης πρέπει να ακολουθείται από πράξεις οι οποίες θα οδηγήσουν στην ευτυχία, αλλιώς ο άνθρωπος ο οποίος επεξεργάζεται τις σκέψεις αυτές θα καταλήξει μοιρολάτρης και παθητικός, αφήνοντας την απογοήτευση να τον καταβάλει και να γίνει αυτός, βυθίζοντάς τον εαυτό του τόσο βαθιά που αν καταφέρει να βγει ποτέ στην επιφάνεια, θα είναι εμφανώς πληγωμένος από τον παρ’ολίγον πνιγμό του.

Έτσι, υπάρχει οπωσδήποτε θετική νότα στην απογοήτευση και στην αποτυχία και ως εκ τούτου δεν πρέπει να αποφεύγεται. Η απογοήτευση μπορεί και πρέπει να χρησιμοποιηθεί ως μέσο επίτευξης της επιτυχία και της ευτυχίας. Με σωστό χειρισμό της απογοήτευσης και της αρνητικής σκέψης, ο άνθρωπος μαθαίνει να διαλέγει τα μονοπάτια του, τι τον ευχαριστεί και τι όχι κι έτσι να φτάνει συνεχώς ένα βήμα πιο κοντά στη δική του τελιοποίηση.