Είμαι πλέον σημαντικός.

Είμαι πλεόν σημαντικός.

Άρκεψα να’χω meetings τζιαι συναντήσεις. Εν το ίδιο πράμα, αλλά χρησιμοποιώ τα interchangeably (βλέπεις πως χρησμοποιώ την αγγλική α;), μπας τζιαι σε πείσω πως έχουν καμιά διαφορά. Την περασμένη Πέμπτη όταν με έπιανες τηλέφωνο, απάντησα σου το την δεύτερη φορά (αφού το άφησα να παίξει λλίες φορές) τζιαι σου είπα «Ρε είμαι busy τωρά, να σε πιάσω σε λλίο». Πρόσεξε, busy, όι απασχολημένος. Έσιει διαφορά. Τι; Καρτεράς ακόμα να σε πιάσω; Αφού είμαι busy είπαμε. Τζιαι ξέρεις με, αγχώνουμαι τζιαι νοιώθω τζιαι ωραία.

Το άλλο εν σου το είπα, απέκτησα τζιαι πρόγραμμα. Όι schedule, ακούεται πολλά pretentious*. Γι’αυτό τζιαι όταν με ρώτησες αν μπορώ για καφέ την ερχόμενη Τρίτη στις 4, είπα σου «να δω το πρόγραμμα μου τζιαι να σου πω». Είμαι κανένας αθκιασερός ενόμισες;

Να σου πω τζιαι το καλύτερο, εξαναξεκίνησα το τρέξιμο. Όι το κανονικό όπως παλιά, ούτε βουρώ με το αυτοκίνητο. Βασίκα, ένιξερω ποιο τρέξιμο. Απλώς άμα με ρωτήσεις τι κάμνω λαλώ σου «βουρώ». Το παράξενον εν ότι που τον τζιαιρόν που άρκεψα τζιαι «βουρώ», έβαλα τζιαι κιλά. Ίντα πράμαν α;

Αλλά έστω τζιαι ότι βουρώ, εννοείται ότι πάντα όταν βρεθούμε θα έρτω λλίο καθυστερημένα. Εκτός φυσικά αν έχω meeting ή συνάντηση. Ξέρεις, εν τόσο packed το πρόγραμμα μου που δυστυχώς εν προλαβαίνω να έρκουμαι στην ώρα μου. Μεν έρτω στην ώρα μου τζιαι νομίσεις ότι εν είχα κάτι άλλο να κάμω πριν. Άσχετον ότι έσιει φορές που είμαι λλίοτερον παραγωγικός που σλοθ που τζιοιμάται – εννοείται ότι εν πρέπει να το ξέρεις.

Τζιαι τέλος, το άλλο το κουφό εν ότι πάντα είχα πράματα να παραδώσω σε συγκεκριμένες ημερομηνίες, αλλά μόλις πρόσφατα απέκτησα deadlines. Τζιαι πάντα λαλώ σου σε ποιες ημερομηνίες εν τα deadlines μου τζιαι πάντα πιάννεις με τηλέφωνο λλίες μέρες πριν για να βρεθούμε. Πώς εν τις θυμάσαι;!

Αφού λαλώ σου.

Είμαι πλέον σημαντικός.

*Όπως το σύντομο ανέκδοτο: «Pretentious? Moi?»

 

Advertisements

Here it begins

Σόρρι που σου τρώω 10 δευτερόλεπτα που τη ζωή σου.

Απλώς ήθελα να σημειώσω την ημέρα που άκουσα ότι θκυο παλιοί μου συμμαθητές παντρεύκουνται.

Τζιαι όι μεταξύν τους.

Από το Εμείς στο Εγώ

Πόσο λυπάμαι τους ανθρώπους που δείχνουν τον εαυτό τους αλλά λένε «Εμείς». «Εμείς πιστεύουμε…» «Εμείς κάναμε…». Κοίτα τους με πόση περηφάνεια θυσιάζουν το «Εγώ» τους για να δεχτούν τις άψυχες ιδέες και κανόνες μιας ομάδας ψυχών (που κοντεύουν στο θάνατο η αλήθεια) .

Ίδια μυαλά δεν υπάρχουν. Κι όμως,στο βωμό τον επαναστατικών ιδεολογιών τα μυαλά των «επαναστατών» γίνονται ένα.

Πιστεύουν τα ίδια.

Λεν τα ίδια.

Απαντούν τα ίδια.

Σαν ζωντανοί κλώνοι της ιδεολογίας τους.

Η αποδοχή και προσαρμογή σε οποιοδήποτε μοντέλο σκέψης ή τρόπο ζωής είναι θάνατος του «εγώ». O άνθρωπος πρέπει να είναι ελεύθερος από ιδεολογίες και ιδανικά μοντέλα τρόπου ζωής. Αν κάτι του αρέσει, μπορεί να το φέρει στη ζωή του χωρίς να σκέφτεται τον ιδεολογικό χώρο στον οποίο ανήκει το συγκεκριμένο ή ο ίδιος. Το θεωρώ τραγικό να συνομιλούν δύο άνθρωποι και να λεν «Εμείς πιστεύουμε πως…» και «Εσείς πιστεύετε πως…».

Είναι αδιανόητο. Είναι ο θάνατος του εαυτού μας, της αλλαγής,της ανεξαρτησίας μας, της δημιουργικότητάς μας και της ελαστικότητάς μας. Κάθε ανθρώπινο ον έχει, ή θα έπρεπε να έχει, διαφορετικές αντιλήψεις από όλα τα υπόλοιπα. Η παρομοίαση ενός ανθρώπου με έναν άλλο τον φέρνει ένα βήμα πιο κοντά στο θάνατο, σκοτώνοντας το μυαλό του και αντικαθιστώντας το με ένα άλλο, κοινό μυαλό, που περιέχει όλα τα πιστεύω κάποιας ιδεολογίας, χωρίς ίχνος αλλαγής.

Και μέσα σ’αυτή τη «μυαλοκτονία», «εγωκτονία» και «εμεισγένεση», όσοι επιλέγουν αυτή την οδό, προσπαθούν να βρουν μια ιδεολογία και να κρυφτούν από πίσω της – για άισθημα επανάστασης και αλλαγής λένε αυτοί, για αίσθημα ασφαλειας και στασιμότητας λεω εγώ, φοβούμενοι τον ίδιο τους τον εαυτό. Φτάνουν στο σημείο να ντρέπονται να υιοθετήσουν έστω ένα χαρακτηριστικό κάποιας άλλης ιδεολογίας επειδή, όπως λένε, θα χάσουν το χαρακτήρα τους. Μα, στ’αλήθεια δενέχουν χαρακτήρα μα κάποια ψεύτικη προσωπικότητα η οποία είναι ένα πολλάκις επαναλαμβανόμενο συνονθύλευμα πεποιθήσεων. Οργανώνονται δηλαδή όλοι οι χριστιανοί, οι χορτοφάγοι, οι οπαδοί της Μπαρτσελόνα, οι κομμουνιστές, κάτω από σκηνές προστασίας και υιοθετούν όλα όσα υπάρχουν μέσα στη σκηνή της ιδεολογίας τους.

Οποιαδήποτε προσπάθεια μίμησης ή υιοθέτησης πρακτικών ή πιστεύω από άλλες σκηνές θα φέρει το χλευασμό των υπολοιπων ομοϊδεατών και επίσης ο ίδιος θα πιστεύει πως είναι χαμένος αν δεν ανήκει σε κάποια σκηνή. Οι (πρώην) ομοϊδεάτες πιστεύουν πως χάνουν ένα μέρος της ψυχής τους αφού στ’αλήθεια όλοι, κάτω από μία σκηνή, μοιράζονται την ίδια ψυχή. Έτσι, οποιαδήποτε αποχώρηση κάποιου μέλους της σκηνής, σημαίνει θάνατο ενός μέρους στη ψυχή όλων.

Και αυτός που αποχωρεί νιώθει πως έχει χάσει το λόγο ύπαρξής του αφού η σκηνή η ίδια ήταν γι’αυτόν ο λόγος ύπαρξης. Ήταν εκεί που επιβεβαιωνόταν πως ήρθε στον κόσμο αυτό για κάποιον σκοπό, πως ήταν χρήσιμος σε κάτι και το ότι υιοθετούσε ένα σύστημα αντιλήψεων για το οποίο έχουν γραφτεί πολλά που υποστηρίζουν την ορθότητά του (και άλλα τόσα που δεν, αλλά δεν τους νοιάζουν αυτά).

Όσο περισσότεροι άνθρωποι βρίσκονταν κάτω από τη σκηνή, τόσο περισσότερη ήταν η αυτοεπιβεβαίωσή τους ότι κατείχαν την απόλυτη αλήθεια. Όπως μας είχε πει ο καθηγητής των θρησκευτικών κάποτε: «Ο Χριστιανισμός είναι η σωστή θρησκεία γιατί είναι αδιανόητο τόσοι μάρτυριες και πιστοί ανά τους αιώνες να πέθαιναν και να πίστευαν κάτι το οποίο΄ήταν λανθασμένο». Είναι παράδειγμα λογικού σφάλματος argumentum ad populum. O αριθμός των ατόμων που υποστηρίζουν μια θεωρία δε λέει τίποτα για την ορθότητά της.

Κάθε ιδεολογία ή ένα σύστημα ιδεών περιέχει έναν κατάλογο με διάφορα σημεία τα οποία όσοι επιθυμούν να προσαρμοστούν στη συγκεκριμένη ιδεολογία τα αποδέχονται τυφλά ένα προς ένα, μέσα από ένα σύστημα τυφλής εμπιστοσύνης και ορθότητας. Είναι αδύνατο πολλοί άνθρωποι να πιστεύουν στα ίδια 15-20-30 σημεία χωρίς να έχουν δώσει κάποιο κομμάτι του εαυτού τους για χάρην της άτυπης αυτής συμφωνίας.

Κάθε άνθρωπος θα έπρεπε να ήταν ένα σύστημα σκέψεων και ιδεολογίας από μόνος του. Έτσι έκαναν οι μεγάλοι: Πλάτωνας, Μαρξ, Καντ, Μπρούνο. Η προσαρμογή των ανθρώπων σε ιδεολογίες, έστω και το να πει κάποιος πως «Εγώ είμαι Χ», με το Χ να είναι το όνομα κάποιας ιδεολογίας, είναι ο θάνατος της μοναδικότητας του κάθε ανθρώπου. Πρέπει να υπάρξει προσωπικός πόλεμος μέσα στον καθένα μας μα σύνθημα: «Ένας άνθρωπος. Μια ιδεολογία»

Η μετάβαση ωστόσο από το εγώ στο εμείς, δεν είναι πάντοτε λάθος, αν θέλει να είναι κάποιος δίκαιος. Τη θεωρώ λανθασμένη σε περιπτώσεις όπως έχω περιγράψει πιο πάνω. Είναι ξεκάθαρο όμως πως σε ορισμένες περιπτώσεις είναι αναγκαίο να γίνει προσπάθεια συλλογική και ομαδική, σε περιπτώσεις πραγματικών επαναστάσεων και απαιτούμενων δια των περιστάσεων κοινωνικών αλλαγών. Ένα επαναστατικό, κάποια ριζοσπαστική οργάνωση, ή κάποια τεραστίων διαστάσεων διαδήλωση ή μαζικός ξεσηκωμός επιβάλλει τη θυσία του εγώ και την προσαρμογή σε ένα κοινό Εμείς, για το γενικό κοινωνικό συμφέρον.

Οι επαναστάτες- διαδηλωτές στηρίζονται στις ιδέες ενός ατόμου, μιας ομάδας ατόμων ή μιας ιδεολογίας η οποία αναπτύχθηκε από μια μικρή σε μέλη ομάδα. Οι πρώτες ιδέες είναι αγνές, είναι αυτές που ξεχωρίζουν και είναι αυθεντικές. Όπως ακριβώς δηλαδή έχω περιγράψει πώς πρέπει ένα άτομο να παρουσιάζει τις ιδέες του. Πρωτότυπα χωρίς ολική προσαρμογή.

Η θυσία του εγώ για το εμείς πρέπει να γίνεται μόνο όταν υπάρχει μεγαλύτερο όφελος από το να δρα κάθε άτομο μόνο του. Κατά τη Γαλλική και Ελληνική επανάσταση τον 18ο και 19ο αιώνα αντίστοιχα, για παράδειγμα, υπήρξε η ανάγκη θυσίας του εγώ, γιατί υπήρξε η γενική αντίληψη πως αυτο θα φέρει τεράστιο προσωπικό και συλλογικό όφελος. Επίσης, είναι παραδείγματα περιπτώσεων όπου πραγματικά υπάρχει κοινός στόχος και κοινά πιστεύω τα οποία πηγάζουν αληθινά μέσα από τους ανθρώπους. Σε τέτοιες περιπτώσεις δηλαδή, το γεγονός ότι όλοι οι άνθρωποι οργανώνονται γύρω από έναν κοινό σκοπό και στόχο δεν σημαίνει πως έχουν κοινές ιδεολογίες ή τρόπο ζωής. Η πλειοψηφία αυτών μένει ίδια μπαίνει στην άκρη για χάρη εκείνης της μεγάλης ιδέας η οποία φέρνει μεγάλα αποτελέσματα. Η θυσία του εγώ για το εμείς όχι μόνο επιτρέπειται αλλά και παροτρύνεται σε περιπτώσεις όπου το αποτέλεσμα θα είναι ωφέλιμο και στηρίζεται σε αρχές ανθρωπιάς, αλληλεγγύης και δικαιοσύνης. Περιπτώσεις όπου η αποκόλληση από το εγώ φέρνει καλύτερα βραχυπρόθεσμα και μακροπρόθεσμα αποτελέσματα από το αν παρέμενε κάποιος στο εγώ αγνοώντας το εμείς.

Άρα, το πότε είναι ωφέλιμο κάποιος να δείχνει τον εαυτό του και να λέει «Εμείς» είναι όταν αυτό οφελεί το ευρύ κοινωνικό σύνολο. Αν γίνεται μετάβαση από το εγώ στο εμείς και το αποτέλεσμα ωφελεί ένα μεμονωμένο σύνολο και το γενικό αποτέλεσμα είναι μια κατάσταση διχόνοιας και αμοιβάιου μίσους τότε μιλάμε για κάτι εγκληματικό. Κάτι που πρέπει οπωσδήποτε να αποφεύγεται.

Το πάρκο

Στης νοσταλγίας τη χώρα

ευωδιές λουλουδιών σπάνιες

γαλήνια τιτιβίσματα πουλιών

και γυμνών γυναικών η σάρκα

αθώα θα φαίνεται πως μαγνητίζουν

τους παρελθοντολάτρες.

Κάθε του τόπου τους τουρίστα

να πολιτογραφήσουν μάχονται.

Στης νοσταλγίας τη χώρα κάτοικος σα γίνεις

στις Τράπεζες Μνήμης όλες σου τις μνήμες

να καταθέσεις θα κληθείς

σ’άτοκο λογαριασμό.

Μα σ’ ανάληψη μνημών να προβείς δε θα’ναι δυνατό

σα μια μέρα αυτοεξοριστείς

σαλπάροντας στου παρόντος τα νησιά.

Νοσταλγός του παρελθόντος πλέον δε θα’σαι

αφού τις μνήμες σου απλόχερα κατέθεσες

ταξίδι στιγμιαίο στο χρόνο για να κάνεις.

Να γίνεις παντοτινός νοσταλγός προσπάθησε

μα της νοσταλγίας τη χώρα

ποτέ να μην επισκέπτεσαι.

Να’σαι για τους κατοίκους της

ο γέρο-Ναυαγός.

Πριν μερικές βδομάδες επισκέφτηκα το πάρκο του Τάκη Ζεμπύλα στο Στρόβολο, παρά της οδού Κυκλάδων. Ένα πάρκο στο οποίο ήσιε 11-12 χρόνια να πάω τζιαι αποτελεί έναν αρκετά μεγάλο κομμάτι της παιδικής μου ηλικίας. Πολλές που τις μνήμες μου να παίζω, να τρέχω, να ανεβαίνω σε παιχνίθκια εν σε τζίνο το πάρκο. Έπιαννεν με συχνά μια νοσταλγία που τζίνες τις εποχές τζιαι έλεα εδώ και καιρό να πάω να το επισκεφτώ.

Έστριψα μέσα προς την οδό που βρισκόταν μια που τις εισόδους του πάρκου – η πιο γνώριμη. Επάρκαρα στον τόπο που εθυμούμουν τη μάνα μου να παρκάρει τζιαι εκατέβηκα, με βλέμμαν παντα προς το πάρκο, προσπαθώντας να δω τι άλλαξε τζιαι τι όι. Απόλυτη ησυχία. Εν θα εκρατούσεν για πολλήν ώραν όμως. Παιρνώντας τις πύλες του πάρκου, εβρέθηκεν δίπλα μου η μάνα μου να με κρατά που το σιέρι τζιαι γω να την αφήνω αμέσως για να περάσω μέσα που τους διαχωριστικούς θάμνους τζιαι να πάω να κάτσω στις κούνιες. «Μαζεμένα τα πόθκια όταν η κούνια κινείται προς τα πίσω, τεντωμένα όταν κινείται μπροστα. Πρέπει να πιάσω δύναμη.», εσκέφτηκα. Στα δεξιά, το μικρό μονοπάτι τζιαι τα πανύψηλα δέντρα που το περιβάλλουν, με μερικές μανταρινιές τζιαι λεμονιές διάσπαρτες κατά μήκος του μονοπατιού. Ίδια όπως τα θυμούμαι, τζι’όμως σίουρα αλλάξαν. Εζούσαν τζιαι αναπτύσσουνταν, όπως τζιαι γω, τζιαι είδαν τζι’άκουσαν πολλά τούτα τα χρόνια.

Στο κέντρο του πάρκου οι μεγάλοι, άλλοι να κάθουνται στην ημικύκλια κερκίδα τζι’άλλοι να παίζουν μπάσκετ στο γήπεδο πίσω που την κερκίδα. Πάντα εφοούμουν να πάω κοντά τους. Εμείνισκα στη γωνιά μου τζιαι έβλεπα τους. «Οι Γυμνασαίοι» ελαλούσαμε τζιαι ενιώθαμε έναν αθώο παιδικό δέος απέναντί τους. Ένας συνδυασμός φόβου τζιαι θαυμασμού δηλαδή. Κρίμα που τούτο το δέος προς τους ηλικιακά πιο μεγάλους μειώνεται όσο παιρνούν τα χρόνια. Θα’πρεπε να’ταν το αντίθετο. Ετόλμησα να κοντέψω, απλώς τζιαι μόνο για να ανεβώ τα σκαλιά των κερκίδων τζιαι να τζιυλήσω κάτω, πίσω που την κερκίδα, σε μια μικρή πλαγιά μερικών μέτρων που εδημιουργούσεν η κλίση του εδάφους ανάμεσα στο πιο ψηλό σκαλί των κερκιδων τζιαι το γρασίδι. Στην άλλη μεριά του πάρκου η καντίνα, στην οποία επίεννα τις περισσότερες φορές πριν να φύουμε που το πάρκο. Ανέβηκα στο μικρό σκαλοπάτι, έφτασα το παράθυρο τζιαι προσπαθώντας να βρω την ελάχιστη μορφή αυτοπεποίηθησης τζιαι θάρρους μέσα στην ντροπαλότητά μου, είπα της κοπέλας «Ένα πράσινο κουτί τσιπς παρακαλώ», δίνοντάς της το 7γωνο ασημένιο κέρμα των 50 σεντ της λίρας τζιαι έπειτα περιμένοντας για ρέστα.

Που να’ξερα όμως, ότι μεστην έλξη της χώρας της νοσταλγίας θα εδιέγραφα, ή θα άλλαζα, ταυτόχρονα κομμάθκια μνήμης που έναν τόπον ο οποίος εκατείχεν σημαντική θέση σε αυτήν. Ο τόπος ήταν τζιαμέ, ίδιος, χωρίς αξιοπρόσεκτες αλλαγές. Εγώ όμως είχα αλλάξει. Πολλά. Μεστο μυαλό μου τούτα ούλλα τα χρόνια ήταν ο τόπος όι όπως τον εθυμούμουν εγώ, αλλά ο 8χρονος εαυτός μου. Πριν τιν επίσκεψήν μου στο κομμάτι της μνήμης όπου ήταν το πάρκο, υπήρχε ό,τι τούτος ο 8χρονος εθεωρούσε σημαντικό μεστην αθωότητάν του τζιαι μέστον αγώναν του να ανακαλύψει τζιαι να παρατηρεί τον κόσμο. Όταν πότε-πότε, με τη βοήθεια της νοσταλγίας τζιαι της μνήμης, επισκέπτουμουν τούντον τόπο, επισκέπτουμουν τον σαν ένα 8χρονο, με ό,τι αυτό μπορεί να σημαίνει.

Όχι πια όμως. Πλέον σκέφτουμαι το πάρκο αρκετά πιο αραιά που πριν. Εχάθηκεν η μαγεία του πάρκου, εν το νοσταλγώ πλέον. Εν θέλω να πάω. Εν το πεθυμώ. Όταν σκέφτομαι το πάρκο σκέφτομαι την τελευταία φορά που το επισκέφτηκα. Σαν ένας νέος δηλαδή, όι σαν ένας 8χρονος. Η μνήμη του πάρκου αντλεί πλέον λιγότερο συναίσθημα τζιαι είναι περισσότερο χαραγμένο στο μυαλό μου σαν απλή υλική οντότητα. Οι μνήμες εξεθωριάσαν σε ανησυχητικό βαθμό.Η ημικύκλια κερκίδα είναι πλέον ένα άσχημο γκρίζο κτίσμα γεμισμένο με γκράφιτι. Η κούνια τζιαι ο μύλος έννεν παιχνίθκια πλέον, εν εργαλεία που μου θυμίζουν νόμους της φυσικής.Εν υπάρχουν Γυμνασαίοι, ή τζι’αν υπάρχουν, εν τους φοούμαι. Όσο για το μονοπάτι με τα ψηλά δέντρα, τις μανταρινιές τζιαι τις λεμονιές…υπάρχουν καλύτερα του στο πάρκο της Αθαλάσσας, στο γραμμικό πάρκο του Πεδιαίου τζιαι στο πάρκο της Ακρόπολης. Πιο μεγάλα μονοπάτια, με πιο πολλά δέντρα, πιο πλούσια βλάστηση.

Η μνήμη τζιαι η νοσταλγία εν εθέλαν τη φυσική μου παρουσία. Ήταν ούλλα γραμμένα στη μνήμη μου, το ότι το ξαναείδαν τα μμάθκια μου εν με εβοήθησε να θυμηθώ κάτι καινούργιο. Έσιει πράματα που εν καλά να μεινίσκουν στης νοσταλγίας τα πιο ψηλά ράφκια. Τζι’ας γεμώσουν σκόνες τζι’αζαγιές. Έτσι πιάννουν τη σημασίαν τους άλλωστε. Γι’αυτό τα κατηγοριοποιούμε ως κάτι που έγινε παλιά, στο παρελθόν. Νοσταλγείς με τη βοήθεια της μνήμης. Σιέρεσαι, γελάς, συγκινείσαι, ανατριχιάζεις, θυμάσαι πρόσωπα, καταστάσεις, περιπέτειες, γκάφες, τσακωμούς, χαρές, λύπες, έρωτες. Άστο ως δαμέ, εν αρκετό.

Μια παρέα 35ρηδων κάθεται στην παραλία τζιαι αναπολεί τα χρόνια του σχολείου τζιαι του στρατού. Κάποια γριά νοσταλγεί το χωρκόν της στην Κερύνεια. Ένας γέρος θυμάται την πρώτη του δουλειά, στην παλιά πόλη, στην οποίαν επίεν να δουλέψει που 14 χρονών, αφήνοντας την οικογένειαν του πίσω. Κάποιος λάτρης των αυτοκινήτων ονειρεύεται να ξαναοδηγήσει το πρώτον του αυτοκίνητο – αντίκα πλέον.

Ποιος ο λόγος να παν πάρακατω. Στην καλύτερη περίπτωση θα αντιληφθούν ότι έχουν αλλάξει οι ίδιοι. Στη χειρότερη θα έσιει αλλάξει ο τόπος που παν να επισκεφτούν. Τζιαι τότε θα υπάρξει η μέγιστη καταστροφή

Αν το πάρκο εκαταστρέφετουν, μεστην μνήμη μου δεν θα υπήρχεν πια τίποτε, ούτε καν παραλλαγές των όσων εθυμούμουν, αλλά μια ασταμάτητη καταστροφή. Τα ερείπια του πάρκου θα ερηπώναν τον τόπο όπου κατοικεί στη μνήμη μου.

Ίσως κάποτε ναν καλές τζι’οι ψευδαισθήσεις τελικά…

Quarter-life crisis

“I can never read all the books I want; I can never be all the people I want and live all the lives I want. I can never train myself in all the skills I want. And why do I want? I want to live and feel all the shades, tones and variations of mental and physical experience possible in my life. And I am horribly limited.”

― Sylvia Plath

Κάπως έτσι.

Η στιγμή που ανώμαλα τζιαι απότομα προσγειώνεσαι στον κόσμο(δυστυχώς υπάρχει φαίνεται. Τζιαι όι έννεν καθρέφτης του κόσμου των ονείρων – ούτε καν παράλληλος), μετά τον «στρατό», ακριβώς πριν ή μετά τις σπουδές, μετά από κάποιο τρομακτικό συμβαν, στη δουλειά, στη δημιουργία οικογένειας. Φυσικά, κανείς εν σταματά να μαθαίνει την κοινωνία, τους άγραφους κανόνες της, τις ιδιαιτερότητές της. Αλλά η πρώτη επαφή μαζίν της μπορεί να είναι αρκετά περίεργη. Μοιάζει σαν μια ξένη, που χρόνια αντιπαθούσες, μα ταυτόχρονα τόσον ευνόητη τζιαι απλή που έυκολα σε παρασέρνει να την ακολουθήσεις. Αυτήν τζιαι τους ακόλουθούς της.

Τελιώνοντας το «στρατό», νιώθω τούτο που γράφει η Sylvia Path. Θέλω να διαβάσω εκατοντάδες βιβλία, μεσαιωνικών ποιητών, Ρώσων λογοτεχνών, ιδελόγων του φασισμού τζιαι του σοσιαλισμού, συγγραφέων της γενιάς Μπιτ(και των τόσων άλλων γενεών, γνωστών και αγνωστων) όπως ο Jack Kerouac ή ο Allen Ginsberg, να ακούσω τη μουσική εναλλακτικών μουσικών, που τη Βαρκελώνη, το Οντάριο, το Ριο, την Άκκρα, την Οσάκα, το Όσλο, να διαβάσω Πλάτωνα, Αριστοτέλη, Ιπποκράτη, Όμηρο, Ηρόδοτο, Σοφοκλή, τους νέους φιλοσόφους μετά τον Καρτέσιο, να μελετησω τη φιλοσοφια των Ινδιάνων, των Ινκας, των Μαγια, , να μάθω πιάνο, βιολί, λύρα, όμποε, γαλλικό κόρνο, τύμπανα, να διαβάσω αναλύσεις για κάθε λογής ζωγράφους και ρεύματα όπως και ιστορία της Τέχνης, βιβλία όπου επιστήμονες και φιλοσοφοι συζητούν για την ελευθερία της βούλησης, για το θεο, για την ηθική, για τη σημασία της επιστημονικής σκέψης, για την ιστορία της κάθε χώρας στη γη(υπάρχουσας ή μη), της κάθε αυτοκρατορίας, του κάθε βασιλιά, να μάθω τις γλώσσες του κόσμου. Στοπ. Γλώσσα. Το πιο χρήσιμο αλλά ταυτόχρονα πιο περιοριστικό, σε ευρύ βαθμό, εργαλείο. Όσο τζιαι να θέλω να αποκτήσω τις γνώσεις του κόσμου, η γλώσσα πάντα θα με περιορίζει. Δε θα μπορέσει ποτέ ο Κινέζος να διαβάσει το Ένα παιδί μετράει τ’άστρα, ούτε ένας Ιταλός να κάθεται σε μια ήσυχη παραλία με το κεφάλι προς τον ουρανό τζιαι να ακούει το Άγρια των άστρων μουσική, ούτε ένας Χιλιανός να διαβάσει την Ανεράδα. Αναρωτιούμαι πόσοι Λουντέμηδες, Αγγέλακες και Μιχαηληδιες υπάρχουν στον κόσμο που την παρουσίαν τους αγνοώ, πόσω μάλλον να καταλάβω την καλλιτεχνίαν τους. Κρίση γιατί φοούμαι ότι εν θα προλάβω να κάμω ούλλα τζίνα που θέλω στον πεπερασμένο, αλλά όχι περιορισμένο, χρονικό διάστημα που έχω.

Τζιαι μέσα σε τούτην ούλλη τη σύγχυση, είναι τζιαι το πόσον «ευαίσθητη» εν η ζωή μου μπροστά στις επιλογές μου. Το τι εννα σπουδάσω, σε ποιο πανεπιστήμιο, κρίνει ίσως τι εκπαίδευση θα πάρω, τις φιλίες μου θα κάμω, τις επιρροές που θα έχω. Η φαινομενικά απλή απόφαση του αν θα σπουδάσω φιλοσοφία, νομική ή φυσική αλλάσει ούλλη μου τη ζωή που τη στιγμή που θέλω να ασχοληθώ ακαδημαϊκά με το θέμα μου. Είναι τζιαι το γενικά πόσο «ευαίσθητη» εν η ζωή μας σε συνειδητές τζιαι ασυνείδητες αποφάσεις. Ένα δυστύχημα στο δρόμο πριν λίες μέρες δε θα ήσιε συμβεί εαν κάποιος από τους δύο αργούσε μερικά δευτερόλεπτα να φύει που το σπίτι, αν κάποιος άλλος έμπαινε μπροστά του τζιαι έβρισκε κόκκινο φανάρι, αν επέλεγε να οδηγά με ελαφρώς περισσότερη ή λιγότερη ταχύτητα. Η πεταλούδα τζιαι τα φαινόμενά της. Τζιαι εδώ μιλούμε για μικροαποφάσεις. Οι μεγάλες αποφάσεις όμως έχουν και πολλές ευθύνες. Κρίση γιατί πλέον αντιλαμβάνομαι  συνειδητά ότι οι αποφάσεις μου επηρεάζουν την μετέπειτα ζωή μου. Απλώς πιστεύω θα κάμνω σε κάθε περίοδο ό,τι μοιάζει πιο σωστό, τζιαι αν βρω πως παρεκκλίνω ας ελπίσω να μεν βρίσκομαι σε μονόδρομο.

Είναι επίσης μια περίοδος όπου στη βίαιη μεταφορά σε έναν καινούργιο κόσμο εκτιμάς θκυο πλάσματα που εν ο άμεσος λόγος που υπάρχεις στον κόσμο. Μιλώ για τους γονείς, φυσικά. Εκτιμάς όσα έχουν κάμει για σένα τόσα χρόνια, όσες θυσίες, όσα μηνύματα επεράσαν, όσες συμβουλές εδώσαν, όσα χρήματα, χρόνο, όρεξη, αγάπη εδιαθέσαν για σένα. Δικαιολογάς τους για τις κακές στιγμές, κρατάς τες καλές σφιχτά τζιαι προχωράς. Εν εμπορούσεν άλλωστε να γίνει αλλιώς. Οι εφηβικές στιγμές όπου τους έκρινες συνεχώς, εθύμωνες μαζίν τους, άρκεψες να αμφιβάλλεις για όσα σου έχουν διδάξει τζιαι εκατέκλυζεν σε ένα έντονο επαναστατικό αίσθημα το οποίο ήθελε απλώς να αντισταθεί στα πιστεύω τους, όποια κι αν ήταν αυτά τζιαι όποια κι αν ήταν τα δικά σου, έχουν περάσει. Τζιαι δεν ωφελούν αν η μνήμη επιστρέφει συχνά πίσω σε αυτές. Η εκτίμηση τούτη πηγάζει μέσα που την ωριμότητα, ό,τι κι αν σημαίνει αυτή, τζιαι μέσα που το ότι αρχίζεις τζιαι μπαίνεις στα δικά τους παπούτσια σε ορισμένα θέματα. Εσύ είσαι αυτός που θα «ξοδέψει» πολύτιμό του χρόνο πάνω σε αδέρφια, ξαδέρφια, γιαγάδες. Εσύ είσαι αυτός που θα ξοδέψει χρήματα πάνω στα πιο πάνω άτομα. Τζιαι νιώθεις το αίσθημα του να δίνω χωρίς να παίρνω κάτι υλικό πίσω, κάτι που οι γονείς σου έκαναν τζιαι αδυνατούσες να καταλάβεις.

Έχοντας ζήσει μερικές ακόμη εμπειρίες, μπορεί κάποιος να αμφισβητήσει τον εαυτό του σε μια αρκετά ανατρεπτική περίοδο στη ζωήν του. Μια περίοδος όπου αμφισβητεί την ισχύ διαφορων φιλοσοφικών κουβεντών οι οποίες χαρακτηρίζονται που ένα «θετικιστικο»(με την έννοια της αέναης θετικής σκέψης), ή και «Κοελοϊκό» κύμα. Ο φόβος προς το αρνητικό, προς τη λύπη, προς τη φθορά είναι κατανοητός όχι όμως δικαιολογημένος. Η εσωτερική τζιαι εξωτερική πίεση του ανθρωπου να είναι καλά ακολουθώντας κουβέντες του τύπου «χαμογέλα ό,τι και να πηγαίνει στραβά», πιέζοντας τον εαυτό του να έσιει συνέχεια χαραγμένο ένα χαμόγελο στο πρόσωπο, εν μια τεράστια μορφή πίεσης η οποία περιορίζει την εξέλιξη ενός ατόμου. Στην Υπεράσπιση της απογοήτευσης υπερασπίζομαι τούτην την αδικημένη έννοια η οποία κακώς αποφεύγεται. Επιπρόσθετα, η διάρκεια της ζωής είναι πεπερασμένη αλλά όχι περιορισμένη. Το τι περιέχει αυτή η ζωή όμως είναι άπειρο όμως αρκετά περιορισμένο. Δαμέ παλέφκει ο κάθε άθρωπος με τη φύση του τζιαι τούτο μάσιεται να αποδεχθεί. Γι’αυτό τζιαι αμφιβάλλω αν «Ποτέ δεν είναι αργά». Η ζωή μας δεν είναι συμμετρική. Υπάρχουν φάσεις και φάσεις. Κάποια πράγματα θέλουν καιρό, θέλουν χρόνο, θέλουν κατάλληλες καταστάσεις. Μπορεί κάποιος 50χρονος να μάθει τένις αλλά δε θα μπορέσει να γίνει τενίστας, να παίζει δηλαδή σε παγκόσμια πρωταθλήματα. Μπορεί κάποιος 65χρονος να μάθει βιολί αλλά δε θα μπορέσει να γίνει ο καλύτερος βιολιστής του κόσμου. Σε μερικές περιπτώσεις, κάποτε είναι αργά. Ένα παιδί που πηγαίνει σχολείο στο οποίο εμβαθύνει σε αρκετές θετικές και κοινωνικές επιστήμες, και άλλες γνώσεις, και επιστρέφει το απόγευμα στο σπίτι και πηγαίνει χορό, ζωγραφική, ποδόσφαιρο, κιθάρα, προσκοπείο, γερμανικά και είναι και ταυτόχρονα άριστος μαθητής, φαίνεται σαν μια ιστορία γνωστή μα πλέον άπιαστη.

Τα 21 εν μια περίοδος όπου μου φαίνεται πως αλλάζουν πολλά. Αμφισβητώ πολλά πράματα τα οποία ως τωρά εφαίνουνταν δεδομένα, θέτω ακόμα πιο βαθκιά υπαρξιακά ερωτήματα. Το πιο σημαντικό όμως πως φαίνεται πως σιγά-σιγά ο κόσμος τζιαι η κοινωνία ,που κατά την παιδική τζιαι κυρίως εφηβική ηλικία αντιπαθούσα, καταπίννει με. Τωρά λογικά μόλις επέρασα τους πνεύμονες τζιαι πλησιάζω φοβισμένα το στομάχι, όπου θα γίνω μια μη αναγνωρίσιμη, βρόμικη μάζα έτοιμη για αφόδευση. Εμετός η μόνη λύση. Κουβέντες του τύπου «Θα αλλάξω τον κόσμο» τζιαι «Θα γυρίσω τον κόσμο» φαίνουνται μου τωρά, ίσως τζιαι στους περισσότερους πιο μεγάλους οι ουτοπικές κουβέντες κάποιου αφελούς ανθρωπάκου που ακόμα να αντιληφθεί την πραγματικότητα. Όμως εν τις αφήνω, εν ακόμα οι στόχοι ζωής μου τζιαι κάμνω μέσα μου ανασυγκρότησηπου σπασμένα συντρίμμια, για να τους καταφέρω, δυναμώνοντας μέσα που τις αντιλήψεις μου για τη ζωή αλλά τζιαι που άλλους που τα έχουν καταφέρει. Τζι’ας μείνει η πραγματικότητα μόνη της, ποττέ εν εκέρδισε κάποιος αντιλαμβανόμενος την πραγματικότητα… Ήταν απλός θεατής της πραγματικότητας των άλλων, ενώ ο καθένας πρέπει να προβάλει την δικήν του πραγματικότητα στον κόσμον του τζιαι να ζει μέσα σε τζίνην.

Εγώ εννα αρκέψω. Ενάντια στην οποιαδήποτε κρίση, με φάρο τα διάφορα όνειρά μου.

Τζι’αν κάποια φάση ο χρόνος λείψει εννα πω ότι απλώς εφάνηκα άτυχος…

Γίναμε της ζωής προφήτες

ακολουθώντας μονοπάτια χαραγμένα

κι οδούς μελετημένες.

Τα γυάλινά μας πόδια τα περπατάμε

μόνο σε πουπουλένιους δρόμους.

Το μέλλον μας το κάναμε

συνώνυμο του παρελθόντος.

Σίγουρο κι αδιάλλακτο.

Ξέρουμε στο μονοπάτι,

της ζωής μας τις οδούς.

Κι έτσι γινόμαστε τρανά,

οι πιο σοφοί προφήτες.

Μα, στ’αλήθεια,

Άγιοι έγιναν,

μονάχα όσοι χάραξαν

το δικό τους μονοπάτι.