Ομιλία παρουσίασης – Ελλάδα («Η αναγκαιότητα του θανάτου στη ζωή»)

Βάζω εδώ το κείμενο της παρουσίασης στην Ελλάδα για ευκολότερη προώθηση σε όσους την ζήτησαν. Ίσως να ενδιαφέρει και τους υπόλοιπους.

[…]

Σε αντίθεση με την πρόσφατη παρουσίαση στην Κύπρο και τις πλείστες παρουσιάσεις βιβλίων, επέλεξα, στις παρουσιάσεις στην Ελλάδα να κάνω ο ίδιος την παρουσίαση του βιβλίου μου. Ένα εγχείρημα-πρόκληση για κάποιον συγγραφέα ο οποίος επαναεπισκέπτετατι τον κόσμο του δικού του βιβλίου και κάνει μια σκληρή αυτοκριτική, με ό,τι αυτό συνεπάγεται. Είναι όμως ταυτόχρονα εγχείρημα-πρόσκληση προς τον αναγνώστη ο οποίος καλείται, από τον ίδιο τον δημιουργό να εισέλθει στον κόσμο του δημιουργήματος Μια ριψοκίνδυνη πρόσκληση σε έναν κόσμο στον οποίο μέχρι τώρα υπήρχε μόνο ο δημιουργός με το δημιούργημά του.

Η ποίηση αποτελεί εναπόθεση ψυχής, η οποία όμως την ίδια στιγμή αφήνεται στην ανελέητη και ανεξέλεγκτη κριτική του πλήθους. Είναι όμως απόλυτα σεβαστή και ιδιαίτερα αναγκαία, όχι μόνο η παρουσία του κοινού στην τέχνη, αλλά και η συμμετοχή του. Η τέχνη δεν σταματάει ούτε στην έκδοση ούτε στην έκθεση. Ο αναγνώστης θέτει την αξία ενός έργου και αυτός επιλέγει αν θα εξυψώσει κάποιο έργο ή αν θα το αφήσει ξεχασμένο να σκονίζεται σε κάποιο ράφι. Ο αναγνώστης συμμετέχει στο δημιούργημα μαζί με το δημιουργό. Ο δημιουργός, μέσω του έργου του, ψάχνει να ταράξει το status quo και να προκαλέσει δράση. Σε αντίθεση με τον φυσικό κόσμο, στον οποίο η δράση προκαλεί την αντίδραση, στον λογοτεχνικό κόσμο η αντίδραση προκαλεί τη δράση. Αντιδρά ο δημιουργός και καλεί το κοινό να δράσει ανάλογα. Έτσι, ο αναγνώστης, από απλός παρατηρητής των εκάστοτε κειμένων, γίνεται μέτοχος στη δράση.

Κυριότερα, ψάχνει ο δημιουργός να προκαλέσει στον αναγνώστη πόνο. Ο πόνος αυτός μπορεί να είναι θετικής ή αρνητικής φύσεως. Μπορεί να αναφερόμαστε, δηλαδή, στην απουσία της ελπίδας, αλλά και στην παρουσία της θλίψης, σαν γεγονότα πόνου. Θα έλεγα, τότε, πως δεν υπάρχει δημιουργία χωρίς πόνο. Γράφω στο ποίημα ‘Στων δημιουργών τη χώρα’:

Στων πολέμων τις σειρήνες,
στου οποιουδήποτε θανάτου το κατώφλι,
και στης ψυχής τη σταδιακή φθορά,
οι δημιουργοί δεν απομακρύνονται
μα βλέπουν τα πάντα κατάματα.
Συλλέγουν ερείπια και δημιουργούν.
Καταστρέφοντας.

Αυτό αντιλαμβάνεται ο δημιουργός. Πως η ποίηση, η τέχνη, και η κάθε μορφής δημιουργία επιβάλλει την αποδοχή τριών βασικών συστατικών της ζωής: του πόνου, της φθοράς, και του θανάτου. Λέω συστατικά γιατί ουσιαστικά ζωή χωρίς πόνο, φθορά, και θάνατο, δεν μπορεί να υπάρξει. Βλέπουμε τις τρεις αυτές έννοιες ως έννοιες οι οποίες υπάρχουν εξωτερικά της ζωής και οι οποίες μόνο έρχονται μέσα στη ζωή όταν θέλουν να την απειλήσουν. Στην ουσία, όμως, αυτά μας δίνουν τη δυνατότητα να ζούμε, όντας μέρος της ζωής.

Θα έλεγα πως η ζωή μπορεί να οριστεί ως ‘διάλειμμα θανάτου’.
Ένα διάλειμμα μέσα στο άπειρο διάστημα της ανυπαρξίας στο οποίο έχουμε την ευκαιρία να ζήσουμε ως άνθρωποι. Και είναι σαν άνθρωποι που μπορούμε να γελάσουμε, να αγαπήσουμε, να ερωτευθούμε, να κάνουμε φιλίες, να απολαύσουμε τη φύση, την τέχνη, τον πολιτισμό, να ταξιδέψουμε, να γράψουμε στίχους, μουσική, ποίηση, να δημιουργήσουμε.

Όλα αυτά δίχως όμως να ξεχνάμε την καθημερινή παρουσία της φθοράς και του θανάτου στη ζωή μας. Γιατί τα πάντα φθείρονται και τα πάντα πεθαίνουν. Ζούμε, στην ουσία, λόγω του θανάτου · σ’αυτόν οφείλουμε το γεγονός ότι μπορούμε να αποκαλούμε τους εαυτούς μας όντα.

Εξ ορισμού, είναι αδύνατο κάτι να πεθάνει αν δεν έχει πρώτα ζήσει. Κατά κανόνα, τότε, όταν κάτι δεν είναι αθάνατο, όταν δηλαδή είναι θνητό, περιέχει μέσα του την ίδιά του την ανυπαρξία. Η ανυπαρξία είναι ιδιότητα όλων των υπαρκτών πραγμάτων. Η ζωή, ή η ύπαρξη, είναι απλώς η μετουσίωση της ανυπαρξίας στην ύπαρξη, η οποία με το θάνατο μετουσιώνεται και πάλι πίσω στην ανυπαρξία. Είμαστε, δηλαδή, εμείς και οτιδήποτε γύρω μας, εν δυνάμει ανύπαρκτοι.

Η έννοια της δυνητικότητας του (του ‘εν δυνάμει’) όπως την εισάγει ο Αριστοτέλης, αναφέρεται στην πιθανότητα που έχει ένα πράγμα να μετουσιωθεί ας κάτι άλλο. Ένα βάζο, δηλαδή, είναι εν δυνάμει θρυμματισμένο. Έχει τη δυνατότητα να θρυμματιστεί. Ένας σπόρος είναι εν δυνάμει δέντρο, έχει δηλαδή μέσα του τη δυνατότητα να μετεξελιχθεί σε δέντρο. Ο άνθρωπος δεν είναι ούτε εν δυνάμει θρυμματισμένος, ούτε εν δυνάμει δέντρο · εκ φύσεως δεν έχει αυτές τις δυνατότητες. Έχει, όμως, με απόλυτη σιγουριά, τη δυνατότητα να πονέσει, να φθαρεί, και να πεθάνει. Γίνεται, δηλαδή, ο άνθρωπος, με το θάνατό, από εν δυνάμει ανύπαρκτος σε εν ενεργεία ανύπαρκτος.

Γι’αυτό το λόγο προτείνω στα κείμενά μου πως ο πόνος, η φθορά, και ο θάνατος, πρέπει να είναι έννοιες καλοδεχούμενες, αφού αποτελούν μέρος της ζωής μας καθώς και έννοιες τις οποίες πρέπει να κυνηγάμε σοφά. Ένας από τους σπουδαιότερους φιλοσόφους του 20ου αιώνα, ο Λούντβιχ Βίτγκενσταϊν, εντάχθηκε εθελοντικά στον στρατό στον Α’ Παγκόσμιο Πόλεμο και εθελοντικά υπηρέτησε στο μέτωπο του πολέμου. Ήθελε να ζει κάτι από συνθήκες διαρκούς υπενθύμισης της θνητότητάς του, καθώς πίστευε πως μόνο τότε θα μπορούσε να ζήσει. Γράφει στο ημερολόγιό του: «Ίσως η εγγύτητα του θανάτου να ρίξει φως στη ζωή μου.»

Ο μεγάλος Δημήτρης Λιαντίνης, στον οποίο είναι αφιερωμένο το τελευταίο ποίημα του βιβλίου, πήγε ένα βήμα παραπέρα και όρισε ο ίδιος το θάνατό του. Τότε ήταν που βίωσε την απόλυτη ελευθερία, όχι μόνο γνωρίζοντας το πώς, το πότε, και το πού, του θανάτου του αλλά καθορίζοντάς τα ο ίδιος, καταφέρνοντας όχι φυσικά να νικήσει το θάνατο, γιατί όπως προείπα αν είχε τη δυνατότητα να νικήσει το θάνατο θα ήταν αδύνατη εξ αρχής η ύπαρξή του, αλλά επέλεξε να πάει εθελοντικά στο σπίτι του θανάτου, παρά να περιμένει στο σπίτι του το θάνατο να’ρθει απρόσκλητος. Κατάφερε δηλαδή, ο Λιαντίνης, μια ‘Επιθανάτια νίκη’, όπως τιτλοφορείται ένα από τα ποιήματα, το οποίο και διαβάζω.

Κάθε φορά που κάποιος αυτοκτονεί
λυπάται και κλαίει ο Χάρος.
Φοβάται και σέβεται
τους αυτόχειρες, αλήθεια.
Αχρείαστη μοιάζει ξαφνικά
μπροστά τους η δουλειά του.
Τους παραδίδει στις πύλες τις κολάσεως
όπου αιώνια είναι προορισμένοι να στέκονται
σαν προτομές νεκρών ηρώων.
Για να τους βλέπουν οι υπόλοιπου θνητοί,
που ο Χάρος νίκησε,
και να σκύβουν το κεφάλι.

Πρόκεται, φυσικά, για νίκη εκ μέρους των αυτόχειρων, η οποία όμως δεν παύει να είναι επιθανάτια. Δεν μιλάμε για προθανάτια νίκη, ο οποία θα εξασφάλιζε την αθανασία, αλλά για επιθανάτια νίκη – μια νίκη των ώρα του θανάτου, η οποία όμως δεν αποφεύγει, τελικά, το θάνατο.’
Προτείνω, τότε, μια στωική προσέγγιση στη ζωή και στο θάνατο, η οποία αποδέχεται τον κόσμο των θνητών πραγμάτων, αλλά δεν αναπτύσσει μια σχέση εξάρτησης με αυτόν.

Το ίδιο ισχύει και για τη σχέση του ανθρώπου όχι μόνο με τα ζωντανά αλλά και με τα μη-ζωντανά πράγματα. Όπως έχουμε ήδη κατά νου, κάτι μη-ζωντανό δεν μπορεί να πεθάνει. Το τραπέζι, το βιβλίο, η καρέκλα, η πόρτα, δεν μπορούν να πεθάνουν καθώς είναι εκ φύσεως μη-ζωντανά. Μπορούν όμως να μετουσιωθούν ή να χαθούν.
Αν σπάσει το τραπέζι τότε θα πάψει να υπάρχει, αλλά δεν μπορούμε να πούμε πως το τραπέζι πέθανε, γιατί ποτέ του δεν έζησε. Μπορεί, τότε, κάτι να σταματήσει να υπάρχει, χωρίς να πεθάνει.

Παρομοίως όμως, όπως η ύπαρξη περιέχει την ανυπαρξία, η κατοχή των ζωντανών και μη-ζωντανών πραγμάτων περιέχει την μη-κατοχή τους. Δηλαδή, τον χαμό τους, και εν τέλει την ανυπαρξία τους. Γι’αυτό προτείνω πως η λύπη για το χαμό ενός πράγματος, ζωντανού ή μη, είναι αδικαιολόγητη.

Όταν αποκτάμε κάτι, ζωντανό ή μη, υλικό ή μη, αποκτάμε την ίδια ακριβώς στιγμή τη δυνατότητα (το ‘εν δυνάμει’ που είπαμε πριν) να το χάσουμε. Το έχειν, δηλαδή, περιέχει το μη-έχειν. Όταν ο άνθρωπος αποκτά ή συνδέεται με κάτι · κάποιον άνθρωπο, κάποιο ζώο, κάποιο αντικείμενο, ή ακόμη και κάτι μη-υλικό όπως κάποια ελπίδα, τότε ταυτόχρονα ενεργοποιείται η πιθανότητα αυτό το κάτι να χαθεί ή να φθαρεί. Δεν υπάρχει περίπτωση να χάσουμε κάποιο πρόσωπο, ή κάποιο υλικό ή μη-υλικό αγαθό και να μη γνωρίζαμε εξ αρχής ότι υπήρχε η πιθανότητα να το χάσουμε. Οφείλουμε, τότε, να προετοιμάσουμε ώριμα τον εαυτό μας για την πιθανή φθορά ή χαμό των πραγμάτων αυτών, για να μην πιαστούμε εξ απροόπτου όταν από εν δυνάμει ανύπαρκτα πράγματα γίνουν εν ενεργεία ανύπαρκτα πράγματα.

Το ζήτημα του θανάτου αποτελεί μόνο μια από τις εφτά θεματικές ενότητες του βιβλίου, και λειτουργεί ως αντίβαρο στην επίδρασή τους. Οι υπόλοιπες έξι θεματικές ενότητες του βιβλίου είναι: η ζωή, η κοινωνία, το ταξίδι, ο έρωτας, και η έννοια του Θεού. Μέσω της οδού που ακολουθεί το βιβλίο, η αντίληψη της θνητότητάς μας, αντί να μας βάζει σε έναν κόσμο ματαιοδοξίας, μας κινεί στο να απολαύσουμε και να διαχειριστούμε καλύτερα την παρουσία των έξι θεματικών ενοτήτων που έχουν προαναφερθεί.

Η σιγουριά της αλλαγής μπροστά σε έναν κόσμο μόνιμης παρουσίας της φθοράς, είναι αυτό που μας κινεί προς την προσωπική ανάπτυξη. Γράφω στο ποίημα Ηρακλείτειος Ουρανός: ‘Κι αν όλα γύρω ίδια μένουν, πάντα θ’αλλάζει ο ουρανός’.

Το βιβλίο γράφτηκε κυρίως σε στρατιωτικό περιβάλλον. Ένας τόπος στον οποίο ξόδευα μέρες ολόκληρες σε ένα περιβάλλον το οποίο άλλαζε ελάχιστα εώς και καθόλου. Μια ατελείωτη μονιμότητα, σαν να’χε παγώσει ο χρόνος και το περιβάλλον γύρω μου. Έψαχνα, τότε, να βρω κάποιο διέξοδο · κάτι που ν’αλλάζει συνεχώς, ανεπηρέαστο από την οποία σταθερότητα και μονιμότητα υπήρχε στο περιβάλλον.
Βρήκα αυτή την ιδιότητα στον ουρανό. Όσο κι αν το περιβάλλον στη ζωή μας παραμένει το ίδιο, όσο κι αν οι σκέψεις μας είναι καταδικασμένες να επαναλαμβάνονται, μπορούμε να είμαστε απόλυτα σίγουροι πως η ουράνια παράσταση θ’αλλάζει συνεχώς. Ο χορός των συννέφων αδιάκοπα μεταβάλλει τον ουρανό σχεδιάζοντας με την παλέτα του ουράνια αριστουργήματα. Ο νυχτερινός ουρανός, αν και σχεδόν πάντα ο ίδιος, συνεχίζει να μαγεύει όπως περιγράφω στο ποίημα ‘Αστροταξιδευτής’:

Ψηλά κοιτάω το βράδυ
κι απ’ άστρο σ’άστρο πετάγομαι,
πότε πότε σε κάποιον πλανήτη.
Κάποτε πεφταστέρια με ταξιδεύουνε
και σ’άλλους γαλαξίες.
Βγαίνει έπειτα ολόασπρη η σελήνη
και παντρεύεται τον κατάμαυρο ουρανό
με παρανυφάκια τ’άστρα
στην πιο όμορφη γαμήλια δεξίωση.

Μόνο κοιτώντας το νυχτερινό ουρανό, ο άνθρωπος καταλαβαίνει ταυτόχρονα τη μικρότητα και τη μεγαλειότητά του.

Η αποδοχή του πόνου, της φθοράς, και του θανάτου, ωστόσο, δεν πρέπει να γίνεται αφορμή για αποδοχή της ματαιοδοξίας και της αφαίρεσης βασικών εννοιών της ζωής.

Αντίθετα, η αποδοχή των τριών γίνεται σαν βασική προϋπόθεση για την απόλαυση της ζωής και του τι έχει να προσφέρει. Λανθασμένα, τότε, η αποδοχή της θνητότητας θεωρείται πράξη αρνητική, αφού αυτή η αποδοχή δίνει την ευκαιρία αποδοχής της ζωής, αλλά και των ανθρώπων.

Η αποδοχή των ανθρώπων απλώς ως μέλη του ανθρώπινου είδους είναι άλλο ένα βασικό μήνυμα του βιβλίου. Υπηρετώντας μέρος της στρατιωτικής μου θητείας στην Πράσινη Γραμμή, ήταν έντονη η παρουσία των απέναντι στρατιωτών ως ‘άλλοι’, ως ‘ξένοι’, ως ‘άγνωστοι’, οι οποίοι καμουφλαρισμένοι από τα ρούχα που φορούσαν, έχαναν την ανθρώπινη τους ύπαρξη, όπως κι εγώ. Ζούσαμε και ζούμε ακόμη σε ένα περιβάλλον, όπου συμπεριφερόμαστε σαν οι απέναντι δεν έχουν ανθρώπινες αξίες· δεν έχουν όνειρα, ανησυχίες, δεν ερωτεύονται, δεν δημιουργούν. Και μιλάμε για τους κάθε λογής ‘απέναντί’ – οι απέναντι είναι οτιδήποτε δεν είμαστε εμείς, ο καθένας μας έχει διαφορετικούς ανθρώπους απέναντί του. Και είμαστε κι εμείς, με τη σειρά μας, οι ‘απέναντί’ κάποιων άλλων. Γράφω στο ποίημα ‘429’:

Για ό,τι έγινε παλιά
σου’παν να μισείς
όσους στο ίδιο χώμα
μ’αυτούς γεννήθηκαν.
‘Μην τους χαμογελάς’
‘Κίνδυνος είναι για σένα’
‘Ύπουλη ράτσα’
Τ’αστείο είναι πως
τα ίδια λεν κι αυτοί για σένα
στα χώματά τους.

Δεν μπορούμε να γεφυρώσουμε το χάσμα μεταξύ δύο ανθρώπων, δύο κοινοτήτων, δύο φυλών, δύο οποιωνδήποτε κοινωνικών ομάδων, αν δεν αντιληφθούμε πως για τους απέναντι, εμείς είμαστε οι ‘ξένοι’, οι ‘απάνθρωποι’, οι ‘επικίνδυνοι’. Ξεχνάμε να μετέχουμε στις χαρές των άλλων, ειδικά όταν αυτές δεν μας επηρεάζουν αρνητικά. Στο επόμενο ποίημα, ‘396’, γράφω:

‘Γκολ!’, ακούστηκε στα σύνορα.
Δεν ήξερα αν έπρεπε να χαρώ γι’αυτούς.
Δεν ήξερα αν ήταν οι δικοί μας
ή οι δικοί τους.
Μα σκέφτηκα πως δεν έπρεπε να μ’ένοιαζε.
Ήταν άνθρωποι.
Σαν κι εμένα.
Κι αυτό μου έφτανε.

Έχουμε συνηθίσει τόσο πολύ στον διαχωρισμό των ανθρώπων σε ομάδες, τόσο που για να χαρούμε με κάτι ή να δούμε κάτι με καλό μάτι, πρέπει πρώτα να επιβεβαιώσουμε πως συμβαίνει στο κοινωνικό σύνολο στο οποίο ανήκουμε.

Είναι φυσικά αδύνατο και εν γένει αναπόφευκτο να μην υπάρχουν κοινωνικές ομάδες. Είναι κάτι υγιές για την κοινωνία. Δεν είναι όμως υγιής η έχθρα μεταξύ των κοινωνικών ομάδων, ειδικά όταν από επίπεδο ιδεολογικό φτάνει σε επίπεδο ανθρώπινο.

Στην ουσία, το βιβλίο προτείνει να αγαπήσουμε, να δημιουργήσουμε, να ταξιδέψουμε, να εκτιμήσουμε, και να απολαύσουμε τη φύση και τους ανθρώπους γύρω μας, να αντιδράσουμε και να δράσουμε, πάντα έχοντας κατά νου τη θνητότητά μας. Για να το πετύχουμε αυτό, επιβάλλεται μια ισορροπία μεταξύ ανησυχίας και ησυχίας.

Με βάση αυτές τις σκέψεις, ο αναγνώστης δεν πρέπει να μετέχει παθητικά στα ποιήματα, αλλά να συμμετέχει στα ποιήματα του βιβλίου, και με αυτό τον τρόπο θα κρίνει αν αξίζουν και πόσο.

Αν σας μιλήσουν τα ποιήματα, καλώς. Αν όχι, μην τα λυπηθείτε, άστε τα στο ράφι.

Ευχαριστώ.

Advertisements

Παρουσίαση ποιητικής συλλογής «Ανησυχία» – Άγγελος Σοφοκλέους

Image may contain: text

Αγαπητοί, σας προσκαλώ στην παρουσίαση της ποιητικής μου συλλογής με τίτλο «Ανησυχία», την Τετάρτη 6 Σεπτεμβρίου στην αίθουσα «Μελίνα Μερκούρη» στη Λευκωσία, στις 7 το βράδυ.

Το βιβλίο πραγματεύεται τη ζωή, την κοινωνία, τον έρωτα, τον Θεό, το ταξίδι, και τον θάνατο, σε ένα πλαίσιο όπου ο άνθρωπος παίζει τον πρωτεύοντα ρόλο.

Θα χαρώ πολύ να σας δω!

https://www.facebook.com/events/262566484238635

 

 

Τα ‘γεια’ τζιαι τα ‘αντίο’.

«Έπρεπεν να ελαλούσαμεν έναν καθώς πρέπει ‘αντίο’ πριν μπούμε στο τρένο», είπες μου κάποια στιγμή στα 4 λεπτά που εμεσολάβησαν που τη στιγμή που εμπηκαμε στο βαγόνι, μέχρι την πρώτη στάση όπου τζιαι θα εκατέβαινες.

Όσον τζιαι εκατάφερα να σου πιάσω ένα φιλί πριν φκεις που το τρένο, προσπαθώντας να φτάσω λλίον πιο κοντά στο καθώς πρέπει ‘αντίο’ που έπρεπε να ελέαμεν. Φαντάζεσαι πόσο δύσκολο ήταν· σε μιαν πόλη όπου η έκφραση συναισθημάτων στον υπόγειο σιδηρόδρομο θεωρείται «κοινωνικό αδίκημα». Ήσιες κατεβεί τζιαι’γω ακόμα ένιωθα τα σιέρκα σου πάνω μου, έκατσα τζι’αγγάλιασα τη τσέντα μου για να νιώθω τη ζεστασιά σου, άφηκα τα σιείλη μου ακίνητα για ώρα, προσπαθώντας να κρατήσω τη γεύση σου των δικών σου. Ήθελα να σε νιώθω τζιαμέ. Εν ήσουν όμως.

Εν θα ήταν σοφό να ελαλούσαμε το καθώς πρέπει ‘αντίο’ πριν μπούμε στο τρένο. Αν το εκάμναμε, θα έπρεπε να σε άφηνα να μπεις στο τρένο τζιαι να φύεις μόνη σου. Έτσι, θα ήταν το τελευταίο μας ‘αντίο’. Το ‘αντίο’ έναν ένει· συμβαίνει σε μια στιγμή, εν επιμηκύνεται. Ωσπου παρατείνεις τη συνάντησή σου με τον άλλον τότε σταματά να θεωρείται ‘αντίο’.

Θυμούμαι την τελευταία φορά που είπαμε ‘αντίο’, πριν θκυο χρόνια. Ήταν ένα καθώς πρέπει αντίο -εκάμαμε τζίνο που άρμοζε τζιαι απλώς εγύρισα που την άλλη τζιαι έφυα. Πόσο ήθελα να γυρίσω που την άλλη… να δω πόσην ώρα έκαμες να με θωρείς να χάννουμαι μεστη νύχτα, να δω το πρόσωπό σου σαν έφεφκα. Εν το έκαμα όμως, γιατί τότε τζίνον εννα ήταν το ‘αντίο’ μας, τζιαι εν ήταν καθώς έπρεπε. Το ‘αντίο’ έναν ένει.

Όμως τωρά, είπαμεν ‘αντίο’ τζι’αποχωριστήκαμε σαν να τζιαι θα εβρεθούμασταν ξανά το ίδιο απόγευμα. Βλέπεις, πονεί άμα το ‘αντίο’τζιαι το ‘γεια’ εν συμβαδίζουν. Ένα καθώς πρέπει ‘αντίο’ είναι μια αντανάκλαση του αμέσως επόμενου ‘γεια’. Το ‘αντίο’μας θκυο χρόνια πριν, ήσιεν το ίδιο συναίσθημα τζιαι την ίδιαν ένταση που ήσιεν τωρά το ‘γεια’ μας. Το ‘αντίο’ μας τωρά όμως εν θα έσιει την ίδιαν ένταση τζιαι συναίσθημα που θα έσιει το ‘γεια’ μας, όποτε τζι’αν έρτει. Άφηκεν έναν αναπλήρωτο κενό.

Σκέφτου τους αθρώπους που σιέρουνται όταν βρεθούν μετά που τζιαιρό τζι’εν ούλλο χαρές, αγγαλιές τζιαι φιλιά. Φαντάστου το τελευταίο ‘αντίο’ τούντων αθρώπων – εν έσιει την ίδια ένταση τζιαι συναίσθημα με το τωρινό ‘γεια’ τους; Εν σχεδόν παράλογο να φανταστείς ότι εννα ήταν διαφορετικά, εν νοείται να σκεφτείς ότι το ένα εν παίζει ρόλο στη διαμόρφωση του άλλου.

Εν μαζί που εβλέπαμε στο αεροδρόμιο τζίντους γονιούς που εποσιερετούσαν τα παιθκιά τους. Ήξεραν πότε εννα τους ξαναδούν τζιαι γι’αυτόν επροετοιμάσαν το ‘αντίο’ τους κατάλληλα. Έναν ‘αντίο’ το οποίο θα ήταν διαφορετικής έντασης αν εβρέθουνταν την επόμενη μέρα, διαφορετικής αν εβρέθουνταν μετά που ένα χρόνο. Έναν ‘αντίο’ το οποίο εν εξεχώριζε που το αμέσως επόμενο ‘γεια’, το οποίο υποθέτω θα εγίνετουν μετά που λλίους μήνες. Νομίζεις θα εμπορούσαμε να εξεχωρίζαμε τα ‘γεια’ τζιαι τα ‘αντίο’ αν δεν εβρισκούμασταν στις αναχωρήσεις του αεροδρομίου; Νομίζω πως όι.

Είπαμεν πως το κάθε ‘αντίο’ καθρεφτίζει το αμέσως επόμενο ‘γεια’ – είναι ένα τζιαι το ίδιο πράμα, αλληλοσυμπληρώνονται. Έχουν όμως βασικές διαφορές. Υπάρχει περισσότερη έκπληξη στα ‘γεια’. Στις αναχωρήσεις εν είδαμε κανένα να τρέχει τζιαι να αγγαλιάζει κάποιον άλλον. Στις αφίξεις θα εβλέπαμε. Υπάρχει τούτη η έκρηξη στα ‘γεια’, υπάρχει ενθουσιασμός, συναισθήματα τα οποία εξ ορισμού εν μπορούν να υπάρξουν στα ‘αντίο». Επίσης τα ‘γεια’ έννεν κατ’ανάγκην στιγμιαία ούτε ενιαία. Μπορούν να υπάρχουν πολλά ‘γεια’, πολλές ξεχωριστές στιγμές που θυμίζουν το πρώτο ‘γεια’. Εν υπάρχουν όμως πολλά ‘αντίο’. Έναν εν το ‘αντίο’. Κάθε προσπάθεια να δημιουργήσουμε έναν καινούργιο ‘αντίο’το μόνο που πετυγχαίνει είναι να αντικαταστήσει το αμέσως προηγούμενο ‘αντίο’, το οποίο πλέον έννεν ‘αντίο’, αλλά απλώς μια στιγμή.

Σκέφτου τους αθρώπους όταν χάννουν δικούς τους. Κανέναν καθημερινό ή σύνηθες ‘αντίο’ εν έσιει μέσα του την πιθανότητα να μεν υπάρξει το επόμενο ‘γεια’ που να το συμπληρώνει. Εν έσιει μέσα του το θάνατο. Είπαμεν ήδη πως η ένταση κάθε ‘αντίο’ εξαρτάται που το πότε θα υπάρξει το επόμενο ‘γεια’. Σε τέθκοιες περιπτώσεις, όπου το επόμενο ‘γεια’ εν θα υπάρξει, η αναμενόμενη ένταση του ‘γεια’ εκτινάσσεται που μιαν μετρήσιμη τζιαι συγκεκριμένη ένταση στο άπειρο, δηλαδή στο ποτέ. Το ‘αντίο’ όμως εν ήταν άπειρο, ήταν συγκεκριμένο τζιαι μετρήσιμο. Τζιαι τωρά εν αλλάσσει. Αν ηξέραμε πως θα ήταν το τελευταίο ‘αντίο’, τότε θα επροσπαθούσαμε να το κάμουμε όσο πιο άπειρο γίνεται, τόσο που να έσιει την ίδιαν ένταση με το επόμενο ‘γεια’, ένα ‘γεια’ που θα έρκετουν μόνο αν εσυναντούσαμε τον άλλον μετά θάνατον, κάτι παράλογο.

Κάθε ‘αντίο’ αφήννει μέσα μας έναν κενό, τζιαι περιμένει που το επόμενο ‘γεια’ να το συμπληρώσει. Έσιει φορές όμως που το κενό εννα μείνει για πάντα όφκερο, έσιει άλλες φορές που το ‘γεια’ εν μικρότερο ή μεγαλύτερο που το αναμενόμενο. Ούλλες οι περιπτώσεις φέρνουν πόνο.

Ήσιες με ρωτήσει να σου πω για τον πόλεμο. Σκέφτου πόνο οι μανάες που καρτερούν ακόμα να πουν το ‘γεια’ τους, σκέφτου ανακούφιση που νιώθουν όταν επιτέλους καταφέρουν να αντικαταστήσουν το προηγούμενόν τους ‘αντίο’. Πονεί, αλλά εν ανακούφιση να ξέρεις πως έναν ‘αντίο’ εν το τελευταίο.

Είχα σου πει για την Φρέντα που είχα γνωρίσει σε ένα συνέδριο λλίες μέρες πριν. ‘Καλήν τύχη με…τη ζωή’ ήσιεν μου πει όταν εποσιερετηστήκαμε. Εν πολλά αθρώπινο να γνωρίζεις τον άλλο για μερικές μέρες τζιαι μετά να χάννεστε για πάντα. Αντευχήθηκα της τζιαι είπαμε ένα καθώς πρέπει ‘αντίο’. Έναν ‘αντίο’ που εν καθρεφτίζει το επόμενο ‘γεια’, σε περίπτωση που υπάρξει ένα. Εφανήκαμεν όμως λογικοί, τζιαι είπαμε να θεωρήσουμεν πως εν θα υπάρξει επόμενο ‘γεια’. Εν πολλά μικρή η ζωή για έτσι ‘ατυχήματα’. Εν αφήκαμεν το ‘αντίο’ να αφήκει κενό μέσα μας, ούτε αναμονή. Επεθάναμεν τζίντην στιγμή ο ένας για τον άλλο. Η Φρέντα τωρά, έσιει τις ίδιες ιδιότητες που έχουν οι άθρωποι που κάποτε ήξερα τζιαι τωρά εν πεθαμένοι. Ο φυσικός της θάνατος εν θα μου κάμει διαφορά, εν θα αφήκει κενόν αναπλήρωτο μέσα μου, γιατί εξ αρχής εν υπάρχει κενό που να περιμένει το ‘γεια’ της για να ευχαριστηθεί.

«Εν θα με πειράξει αν κάμουμε έξι μήνες ή τζιαι χρόνο να ξαναβρεθούμε», ήσιες μου πει την περασμένη νύχτα. «Εν θα με πειράξει αν σε θωρώ κάθε μέρα τους επόμενους έξι μήνες ή τζιαι χρόνο», ήθελα να σου πω. «Ούτε εμένα», είπα σου όμως, ξέροντας ότι εν θα ξαναβρεθούμε σύντομα. Το αν μας επείραζε ή όι ήταν άσχετο.

Επροετοιμαστήκαμεν όμως για έναν ‘αντίο’ που θα ήσιεν ανάλογη έντασην τούντου χρονικού διαστήματος. Έναν ‘αντίο’ που όμως εν θα συναντήσει ποττέ το ανάλογο ‘γεια’ του, γιατί ανάλογο ‘γεια’ ποττέ εν θα υπάρξει.

Ήταν έναν ‘αντίο’ του οποίου η ένταση ήταν μερικές ώρες. Εν σε είδα όμως μετά που μερικές ώρες.

Τζιαι περνούν οι μέρες τζιαι οι μήνες τζιαι το κενό μόνο μεγαλύτερο γίνεται.

Τζιαι υπόσχουμαι να μεν ξαναφήκουμε το ‘αντίο’ μας να μεν θυμίζει το ‘γεια’ μας.

 

Στο Δωμάτιο

Άνοιξεν την πόρτα του δωματίου τζι’εμπήκε μέσα, κρατώντας τον πρωινόν του καφέ. Έβαλεν το σιέριν του μέσα τζι’άναψεν το φως, αφήνοντας μερικές δακτυλιές πάνω στον τοίχο. Έμεινε για λλίο στην πόρτα να θωρεί τα μηχανήματα. Ήταν κάτι που έκαμνε κάθε πρωί. Αναρωθκιέτουν τι μπορεί να εκάμναν ούλλη νύχτα όσον τζίνος έλειπεν, μετά που τα έβαλλε στο αυτόματο. Μάλλον τίποτε, τζι’όμως ήταν μια ενδιαφέρουσα σκέψη. Μπορεί με το τελευταίο κλείσιμο της πόρτας το βράδυ τα μηχανήματα να εζωντανεύκαν τζιαι να εφκάλλαν φωνές διαφορετικές που τζίνες που ήταν συνηθισμένος να τα διατάσσει. Ίσως να ετοιμάζαν τζιαι κάποιαν απεργία σιωπής, κάτι που θα του εκατέστρεφε την δουλειάν του, αν τζιαι ήταν σίουρος πως τα εμεταχειρίζετουν καλά. Ο υπολογιστής ίσως να έβαζε στη λίστα τα ‘απαγορευμένα’ έτσι για δικόν του κέφι. Έτσι τζι’αλλιώς τα μηχανήματα εμπορούσαν να λειτουργούν σε άλλες συχνότητες για να μεν ενοχλούν με τα ‘απαγορευμένα’.

Χαμένος μέστες σκέψεις του, όπως ήταν σχεδόν κάθε πρωί, επροσγειώθηκεν ανώμαλα στην πραγματικότητα τζι’έβαλεν αμέσως το κεντρικό μηχάνημα στο manual. Οι αθρώποι έξω επεριμέναν τον ν’αρκέψει την δουλειάν του. Επεριμέναν τον να τους ανακοινώσει αν η μέρα ήταν καλή ή όι τζι’αν τα νέα ήταν ωραία ή άσχημα, για να ξέρουν τι να νιώσουν πρωί-πρωί. Δωμάτιο Ελέγχου Συναισθημάτων. Έτσι αποκαλούσεν τον χώρον του. Ένιωθεν πραγματικά σαν μικρός θεός. Σαν να εστέκετουν σε μιαν πλατφόρμα στο διάστημα, δίνοντας την ευκαιρία σε ούλλη την ανθρωπότητα να τον ακούσει. Με μιαν όμως διαφορά: εν τους έβλεπε τζι’εν τον έβλεπαν. Ακόμα τζιαι το μικρόν παράθυρο στο Δωμάτιο ήταν πάντα κλειστό, μην τύχει τζιαι κάποιος αντικρίσει το πρόσωπόν του.

Που την καρέκλαν του γραφείου του έκαμνεν τις στιγμές των ανθρώπων δικές του. Όσον τζιαι όσοι τον άκουαν, οι νους τους ήταν στα σιέρκα του. Έλεγχεν την μνήμην τους τζιαι τα συναισθήματά τους. Εμπορούσε να αγγίξει τις σκέψεις τους, να τους μεταφέρει στο παρελθόν ή στο μέλλον, να τους κάμει να κλάψουν ή να γελάσουν, να τους δώκει ελπίδα. Έκαμνεν τους ν’αγαπούν, να ελπίζουν, να θυμώνουν. Τζιαι τούτα ούλλα με την άδειάν τους. Εμιλούσεν σε ούλλους τζιαι ταυτόχρονα στον καθένα ξεχωριστά.

Μ’έναν απλό πάτημα κουμπιών στο Δωμάτιο, ήσιεν τον έλεγχο των συναισθημάτων σιηλιάων αθρώπων. Ελάχιστοι τον ήξεραν τζιαι κανέναν τους δεν ήξερε. Δεν ήταν δικτάτορας, ούτε σαδιστής.

Ήταν απλώς ένας μοναχικός ραδιοφωνικός παραγωγός.

Grow up with me

Grow up with me.

Let’s run in fields and fear the dark together.
Fall of swings, and burn special things,
and both play outside in bad weather.

Let’s eat badly.
Let’s watch adults drink wine and laugh at their idiocy.
Let’s sit in the back of the car,
making eye contact with strangers driving past,
making them uncomfortable.

Not caring.
Not swearing.
Don’t fuck.

Let’s both reclaim our superpowers;
the ones we all have and lose with our milk teeth.
The ability not to fear social awkwardness.
To panic when locked in the cellar;
still sure there’s something down there.
And while picking from pillows each feather,
let’s both stay away from the edge of the bed,
forcing us closer together.

Let’s sit in public, with ice cream all over both our faces;
sticking our tongues out at passers by.
Let’s cry.
Let’s swim.
Let’s everything.

Let’s not find it funny lest someone falls over.
Classical music is boring.
Poetry baffles us both;
there’s nothing that’s said is what’s meant.
Plays are long, tiresom, sullend, and filled;
with hours that could be spent rolling down hills,
and grazing our knees on cement.

Let’s hear stories and both lose our inocence.
Learn about parents and forgiveness,
death and morality,
kindness and art,
thus losing both of our innocent hearts,
but at least we won’t do it apart.

Grow up with me.

Στην αίθουσα

Εστάθηκεν έξω που τις γυάλινες πόρτες της αίθουσας, βλέποντας το φρουρό. «Κινητό κλειστό, παπούτσια που εν κάμνουν θόρυβο στο μάρμαρο, αθώον ύφος…», εμουρμούρησε. Σπάνια εκατάφερνε το τελευταίο. Ποττέ εν ήσιεν όρεξη για τις ιδιοτροπίες της εξουσίας τζιαι ήθελεν η διαδικασία γνωριμίας του με τους πιθανούς του καινούργιους φίλους να ήταν ήσυχη τζιαι αδιάκοπη. «Έτοιμος».

Άνοιξεν την πόρτα τζιαι επροχώρησε διστακτικά μέσα στην αίθουσα. Ένιωσεν τους ούλλους να γυρίζουν πάνω του σαν έκλιεν πίσω του την πόρτα με την ίδιαν προσοχή που την ήσιεν ανοίξει, χωρίς όμως να αφήκει την μμαθκιάν του που τζίνους.

Εξεροκατάπιε. Εν εθυμάτουν να τους ήσιε ξαναδεί. Εν ήσιεν όμως σημασία. Έτσι τζι’αλλιώς κάθε φορά η γνωριμία μαζίν τους ήταν διαφορετική. Τζίνοι όμως εγνωρίζουνταν μεταξύν τους. Μαζίν εζούσαν άλλωστε. Αρκετοί ίσως να επροέρχουνταν τζιαι που την ίδιαν οικογένεια. Αμήχανος όπως ήταν, έβαλεν τα σιέρκα του στο στήθος του τζιαι εθώρε γυρώ. Ήταν πάντα ένας εσωτερικός αγώνας να καταλάβει τους άγραφους κανόνες της αίθουσας. Ποιος εν ο πιο άξιος, ο πιο αφηρημένος, ο πιο βαθυστόχαστος, η πιο πλούσιος, ο πιο ευφυής…Ήξερε πως σε τέθκοιες καταστάσεις το μέγεθος εν παίζει πάντα ρόλο, ούτε το χρώμα του καθενός, ούτε καν αν έσιει εμφάνιση βασιλιά η ζητιάνου. Ήσιεν φορές που θα απέφευγε κάποιους, όταν όμως εστέκετουν μπροστά τους τζιαι εμιλούσαν του, εκάμναν τον να τους θαυμάζει με την μαγεία των λόγων τους τζιαι όσων εκρύφκαν μέσα τους.

Κουμπωμένος τζιαι με τους ώμους ανυψωμένους, εγύρισε προς τον πρώτο στα δεξιά – πάντα εξεκινούσε που τα δεξιά – τζι’άρκεψε να περπατά προς το μέρος του. Όσον επερπατούσαν τα μμάθκια του εν εταράξαν που την θέσην τους. Ήταν ο κανόνας του: ένας κάθε φορά. Ήθελεν έτσι να γνωρίσει τον καθέναν τους όσο καλύτερα εγίνετουν. Ήξερεν ότι μια μμαθκιά στον διπλανό αρκούσε για να αρκέψει να του μιλά ακατάπαυστα, διακόπτοντας έτσι τον προηγούμενο.

Επροχωρούσεν αργά, κάμνοντας το βήμαν του ρυθμικό τζιαι χτυπητό. Ήθελεν να τον προσέξει όσον εκόντεφκεν, καθώς εφαίνετουν αρκετά αφοσιωμένος σε μια κόλλα χαρτί που εκρατούσε. Εστάθηκεν μπροστά του. Τζίνην την στιγμή εγύρισεν πάνω του. Ήταν ένας ποιητής, που τζίνην την ώρα, πάνω σε μια ξαφνική ποιητικήν ευφορία, έφκαλλεν την ψυσιήν του πάνω στο χαρτί, κάτω που το φως μιας λάμπας πετρελαίου. Η ώρα στον κόσμον του ήταν 2 το πρωί. “Ήρτες στην ώρα που οι δημιουργοί αλλάσουμε διάσταση”, ήταν η πρώτη του κουβέντα. Η επικοινωνία τους ήταν μονόπλευρη. Μόνον ο ποιητής, τζιαι όποιοι άλλοι έβλεπε στη συνέχεια, εμπορούσαν να του μιλήσουν. Στην ουσία, τζιαι τζίνος εμπορούσεν να τους μιλήσει, όμως ήταν αντίθετα στους κανόνες της αίθουσας τζιαι εν τέλει εν θα εξυπηρετούσε κάποιο σκοπό. “Βλέπεις τη βιβλιοθήκη πίσω μου; Τζίνα ούλλα τα βιβλία είμαι εγώ: οι στιγμές μου, οι ανησυχίες μου, το κλάμαν τζιαι το γέλιον μου, η αγωνία τζι’η γαλήνη μου, μεταφρασμένη σε στίχους τζιαι στροφές. Είμαι εγώ, τζι’όμως εν θα τ’ανοίξω ποττέ να τα θκιαβάσω. Εν για σας γι’άμα πεθάνω. Γιατί όσο τζιαι να λαλώ ότι εν μέρος του ‘εγώ’ μου, εν μέρος κάποιου άλλου μου ‘εγώ’. Άλλαξα τζιαι μαζίν τους τζι’η ποίησή μου. Αν τ’ανοίξω τζιαι θκιεβάσω προηγούμενους μου εαυτούς, θα με μισήσω τζιαι τότε ή εγώ θα πρέπει να καώ στην πυρά ή τα βιβλία μου”, είπεν τζιαι εβούττησεν την πένναν του στο μελάνι. “Άβυσσος η ψυσιή των δημιουργών. Τζιαι τι πράμα να την ξεγυμνώνουν τζιαι να σ’αφήνουν να την δεις, ολάκερη τζιαι παρθένα, στις δημιουργίες τους”, είπεν τζι’έγυρεν ξανά στο χαρτί, συνεχίζοντας να γράφει τον πόνον του.

Έμεινεν αλλό λλία λεπτά μπροστά που τον ποιητή, προσπαθώντας να σκεφτεί τα διαφορετικά του ‘εγώ’. “Εν αλήθκεια του. Άλλαξα τζιαι εμφάνιση τζιαι ‘πιστεύω’, τζιαι ενδιαφέροντα, τζιαι κοσμοαντίληψη. Εν είμαι τζίνον που ήμουν τζι΄όμως συνεχίζω να’μαι’γώ.”

Μέστες σκέψεις του έκαμεν μερικά βήματα παρακατω. Εβρέθηκε να στέκεται στην άκρη μιας λίθινης γέφυρας, βλέποντας κάτω τα ήσυχα νερά του ποταμού. Ήταν μόνος του. Το ζευγάρι ερωτευμένων που επερπατούσε στις όχθες του ποταμού εν το εθεωρούσε μέρος του κόσμου του. Εζούσαν σε έναν διαφορετικό, δικόν τους κόσμο. Γι’αυτόν ήταν ερωτευμένοι άλλωστε. Στο βάθος έβλεπεν το λιμάνι, τζιαι τους ναύτες που εφορτώνναν το πλοίο, φωτισμένοι που την πανσέληνο η οποία με το φως της εσκέπαζεν σαν πέπλο την πόλη, χωρίς όμως να αφήνει τη νύχτα να φύει. Σ’αντίθεση με τον Ήλιο που θκιώχνει τη νύχτα, χωρίς ν’αφήκει ούτε τα πιο πυκνά σύννεφα να τον σταματήσουν που το να κυριαρχήσει.

Εν ήσιεν κάποιον να του μιλήσει τζι’όμως άκουσεν τα ούλλα. Τες φωνές των πλανόδιων πωλητών, τον ήχο των οργάνων των μουσικών του δρόμου, τις καθημερινές κουβέντες στα ποτοπωλεία. Έκαμε να δει τα φυτά που φυτρώνουν ανάμεσα στις πέτρες της γέφυρας αλλά εν εφαίνουνταν. Μακάρι να εμπορούσε να κινηθεί τζιαι να περιπλανηθεί στην πόλη.

Το κτύπημα της καμπάνας έκαμεν τον να γυρίσει πάνω στον πύργο του καθεδρικού. Τέσσερις φορές. Τόσες φορές ήχησεν η καμπάνα, σημάνοντας την νέαν ώρα. Τα πουλιά επετάσαν ξαφνιασμένα προσπαθώντας να’βρουν άλλο τόπο να τραγουδήσουν. Εσκέφτηκεν για μια στιγμή να’ταν στην θέσην τους τζιαι να τον εφοϊτσιαζεν ένας απλός ήχος· ένας φόβος άγνωστος στους αθρώπους.

Επερπάτησεν ασυναίσθητα προς τ’αριστερά, νομίζοντας πως ήταν ακόμα πάνω στη γέφυρα. Επίεν μετά στον επόμενο, τζιαι στον επόμενο…Εγνώρισε βασιλίαες τζι’αυλικούς, φιλόσοφους τζι’αγρότες, γυμνά σώματα τζι’απλούς αθρώπους. Είδε δολοφονίες τζι’έρωτες, λιβάδια τζιαι καμένες πόλεις, μάχες τζιαι συμφωνίες ειρήνης.

Όταν εσταμάτησε να του μιλά τζι’ο τελευταίος, εν ήταν πλέον ο άνθρωπος που ήταν πριν τους γνωρίσει. Τζίνος ο κουμπωμένος τύπος που σαστισμένος εμπήκεν της αίθουσας τζι’ένιωσε να απειλείται όταν ούλλοι μονομιάς είχαν γυρίσει πάνω του.

Με τα σιέρκα πίσω, τζιαι τον θώρακα σε στάσην ανοικτή, γεμάτος ικανοποίηση τζιαι χαρά, επερπάτησεν προς τη γυάλινην πόρτα. Εγύρισε τζι’εστάθηκεν έτσι ώστε να τους θωρεί ούλλους. Εν ήταν κάποιοι άγνωστοι αλλά οι καινούργιοι του φίλοι, ο καθένας που τους οποίους ήσιεν μιαν ιστορίαν να του πει, κάτι να του διδάξει, κάποιο παράθυρο στον νουν του να ανοίξει. Βλέποντας τον καθένα ξεχωριστά, εθυμάτουν τις κουβέντες που του ήσιεν πει, τζιαι τα ακριβή συναισθήματα που του εμετέδωσε. Ποττέ εν ήταν τα ίδια, κάτι που έκαμνεν τον καθέναν τους διαφορετικό τζιαι μοναδικό.

Με την ψυσιήν του αναγεννημένην, εσήκωσεν το σιέριν του τζι’εποσιερέτησεν τους πίνακες, άνοιξεν την πόρτα, τζι’ εφκήκεν χαμογελαστός που τη γκαλερί…

Η εμπειρία ενός μαραθωνίου

Πριν μερικές μέρες ολοκλήρωσα τον 4ο μου μαραθώνιο δρόμο. Ένας αγώνας 42 χιλιομέτρων και 195 μέτρων γεμάτος προκλήσεις, ελπίδα, πόνο, χαρά, αμφιβολία, πείσμα, απελευθέρωση· συναισθήματα που εναλλάσσονται συνεχώς κατά τη διάρκεια του αγώνα.

Απ’όλες τις εμπειρίες που μπορεί κάποιος να ζήσει, θα έλεγα με απόλυτη σιγουριά ότι η εμπειρία του να τρέχει κάποιος ένα μαραθώνιο είναι μοναδική και φυσικά ανεπανάληπτη, καθώς κάθε αγώνας προσφέρει ένα διαφορετικό μείγμα συναισθημάτων.

“42 χιλιόμετρα; Γιατί κάποιος να θέλει να τρέξει 42 χιλιόμετρα;!“, μπορεί να ρωτήσει κάποιος. H απάντηση είναι απλή: Επειδή τον φοβίζουν. Επειδή τα 42 χιλιόμετρα φαντάζουν πολλά στο μυαλό του. Όμως αυτή είναι η φύση του δρομέα και του κάθε αθλητή γενικότερα. Να πηγαίνει ενάντια σε όσα τον φοβίζουν, να αποδεικνύει στον εαυτό του πως ο ‘φόβος’ υπάρχει μόνο στο μυαλό του και δεν έχει υλική υπόσταση. “Δεν μπορώ καν να τρέξω 5 χιλιόμετρα – ούτε καν που μπορώ να φανταστώ να τρέχω 42!“, συνεχίζει. Ο δρομέας ήταν σε ακριβώς αυτή τη θέση κάποτε. Όμως συνέχισε να σπρώχνει τον εαυτό του συνεχώς, με πείσμα, επιμονή, πάθος, θυσίες, πειθαρχία και, χιλιόμετρο με χιλιόμετρο, κατάφερε να πετύχει το στόχο του, αποδεικνύοντας πως άμα θέλει, μπορεί.

Η ομορφιά του μαραθωνίου σε κάθε στάδιο του είναι διαφορετική. Στην εκκίνηση, ο δρομέας βλέπει 10-15 ή και περισσότερες χιλιάδες άλλων δρομέων οι οποίοι είναι έτοιμοι να γράψουν προσωπική ιστορία και να πετύχουν τον προσωπικό τους άθλο. Δρομείς κάθε φύλου, καταγωγής, σεξουαλικού προσανατολισμού, θρησκείας. Αποδεικνύουν με τον πιο δυνατό και προφανές τρόπο πως η αγάπη για το συνάνθρωπο είναι η λύση, θυμίζοντας πως, σαν άνθρωποι, δεν έχουμε, και δεν πρέπει να έχουμε, οτιδήποτε μου να μας χωρίζει. Η θέση που ανήκει σε ιδεολογίες που εξυμνούν την περηφάνια μιας ομάδας έναντι κάποιας άλλης είναι μια θέση στον κάλαθο των αχρήστων.

Οι δρομείς στον μαραθώνιο δεν ανταγωνίζονται – συναγωνίζονται. Με μερικές εξαιρέσεις, δεν τρέχουν για το μετάλλιο ούτε για το χρηματικό έπαθλο, ούτε τους ενδιαφέρει η θέση και πολλές φορές ούτε και ο χρόνος. Είναι μια μάχη ενάντια και μόνο στον εαυτό τους. Τους ενδιαφέρει μονάχα να νικήσουν το χθεσινό τους εαυτό, να αποδείξουν πως μπορούν να παν ενάντια στο δικό τους σώμα, στα δικά τους πιστεύω και τις δικές τους ψεύτικες πεποιθήσεις. Κάθε φορά δηλαδή που το σώμα λέει “Σταμάτα, ξεκουράσου λίγο”, ο νους λέει “Ένα βήμα ακόμα. Ένα βήμα ακόμα.”

Κατά τη διάρκεια του αγώνα βλέπει κάποιος κάθε λογής δρομείς. Κάτι που κάνει τον αγώνα ακόμη πιο όμορφο. Μπαμπάδες που τρέχουν έχοντας στη φανέλα τους μια φωτογραφία του γιου τους που γράφει “Θα σε δω στον τερματισμό!“, ζευγάρια που τρέχουν φορώντας χειροπέδες αποδεικνύοντας έτσι πως η αγάπη χωράει ακόμη και στις πιο ακραίες περιπτώσεις κατακλυσμού θετικών και αρνητικών συναισθημάτων, όπως είναι ένας μαραθώνιος, ηλικιωμένοι οι οποίοι είναι ζωντανή απόδειξη πως, δεδομένου πως το σώμα μπορεί, πως ούτε τα χρόνια αποτελούν δικαιολογία. Τα πλήθη στην άκρη του δρόμου είναι μια άλλη ‘μαγεία’ του μαραθωνίου. Άνθρωποι οι οποίοι βγήκαν από το σπίτι τους μια Κυριακή πρωί για να συμβάλουν κι αυτοί με το δικό τους τρόπο στον αγώνα των μαραθονοδρόμων. Η ενέργεια που μεταφέρουν τα πλήθη είναι απίστευτη. Ο δρομέας, εκείνη τη στιγμή, ξεχνά ό,τι έχει να κάνει σχέση με πόνο και νιώθει μια τεράστια δόση ενέργειας να εισχωρεί μέσα του. Από ανθρώπους άγνωστους, οι οποίοι όμως είναι συνάνθρωποι.

Στα τελευταία 10 χιλιόμετρα του μαραθωνίου πολλοί δρομείς “χτυπούν στον τοίχο”. Η έννοια αυτή χρησιμοποιείται για να περιγράψει την έλλειψη ενέργειας που νιώθει ο δρομέας και πως, κυριολεκτικά “εν πάει άλλο“. Ξέρει όμως ο δρομέας ότι όσο το σώμα κουράζεται περισσότερο, ο νους έχει την ευκαιρία να δυναμώνει ακόμη περισσότερο. Ξέρει επίσης ότι είναι μέρος της προπόνησης του, αλλά και της όλης ιδεολογίας του να νικήσει τον “τοίχο” και να μην τα παρατήσει. Στο τελευταίο χιλιόμετρο, φτάνοντας στο τέλος, αλλά και με όλη τη δύναμη του πλήθους, ο δρομέας νιώθει τον “τοίχο” να εξαφανίζεται, μερικώς. Όταν περνά τη γραμμή του τερματισμού είναι πλέον άλλος άνθρωπος. Για πάντα.

Οποιοσδήποτε μπορεί να προπονηθεί και να τερματίσει ένα μαραθώνιο. Το τρέξιμο είναι από τα πιο εύκολα, ευέλικτα και φτηνά αθλήματα. Ο ρυθμός που κάποιος βελτιώνεται είναι ψηλός και σε σχετικά μικρό χρονικό διάστημα. Μπορεί να γίνει οπουδήποτε, οποιαδήποτε, σχεδόν, ώρα της ημέρας και το μόνο χρηματικό κόστος στον δρομέα είναι τα κατάλληλα παπούτσια. Χρειάζεται σωστή και πειθαρχημένη προπόνηση για περίπου 4 μήνες, σωστή διατροφή και… πολλά χιλιόμετρα!

Εάν θέλεις να ξεπεράσεις τα όρια σου, να αμφισβητήσεις τον εαυτό σου και αμέσως μετά να τον διαψεύσεις, αλλά και να νιώσεις μια μοναδική εμπειρία, ο μαραθώνιος είναι για ‘σένα.

Άρθρο μου στο studentlife.com.cy