Το πάρκο

Στης νοσταλγίας τη χώρα

ευωδιές λουλουδιών σπάνιες

γαλήνια τιτιβίσματα πουλιών

και γυμνών γυναικών η σάρκα

αθώα θα φαίνεται πως μαγνητίζουν

τους παρελθοντολάτρες.

Κάθε του τόπου τους τουρίστα

να πολιτογραφήσουν μάχονται.

Στης νοσταλγίας τη χώρα κάτοικος σα γίνεις

στις Τράπεζες Μνήμης όλες σου τις μνήμες

να καταθέσεις θα κληθείς

σ’άτοκο λογαριασμό.

Μα σ’ ανάληψη μνημών να προβείς δε θα’ναι δυνατό

σα μια μέρα αυτοεξοριστείς

σαλπάροντας στου παρόντος τα νησιά.

Νοσταλγός του παρελθόντος πλέον δε θα’σαι

αφού τις μνήμες σου απλόχερα κατέθεσες

ταξίδι στιγμιαίο στο χρόνο για να κάνεις.

Να γίνεις παντοτινός νοσταλγός προσπάθησε

μα της νοσταλγίας τη χώρα

ποτέ να μην επισκέπτεσαι.

Να’σαι για τους κατοίκους της

ο γέρο-Ναυαγός.

Πριν μερικές βδομάδες επισκέφτηκα το πάρκο του Τάκη Ζεμπύλα στο Στρόβολο, παρά της οδού Κυκλάδων. Ένα πάρκο στο οποίο ήσιε 11-12 χρόνια να πάω τζιαι αποτελεί έναν αρκετά μεγάλο κομμάτι της παιδικής μου ηλικίας. Πολλές που τις μνήμες μου να παίζω, να τρέχω, να ανεβαίνω σε παιχνίθκια εν σε τζίνο το πάρκο. Έπιαννεν με συχνά μια νοσταλγία που τζίνες τις εποχές τζιαι έλεα εδώ και καιρό να πάω να το επισκεφτώ.

Έστριψα μέσα προς την οδό που βρισκόταν μια που τις εισόδους του πάρκου – η πιο γνώριμη. Επάρκαρα στον τόπο που εθυμούμουν τη μάνα μου να παρκάρει τζιαι εκατέβηκα, με βλέμμαν παντα προς το πάρκο, προσπαθώντας να δω τι άλλαξε τζιαι τι όι. Απόλυτη ησυχία. Εν θα εκρατούσεν για πολλήν ώραν όμως. Παιρνώντας τις πύλες του πάρκου, εβρέθηκεν δίπλα μου η μάνα μου να με κρατά που το σιέρι τζιαι γω να την αφήνω αμέσως για να περάσω μέσα που τους διαχωριστικούς θάμνους τζιαι να πάω να κάτσω στις κούνιες. «Μαζεμένα τα πόθκια όταν η κούνια κινείται προς τα πίσω, τεντωμένα όταν κινείται μπροστα. Πρέπει να πιάσω δύναμη.», εσκέφτηκα. Στα δεξιά, το μικρό μονοπάτι τζιαι τα πανύψηλα δέντρα που το περιβάλλουν, με μερικές μανταρινιές τζιαι λεμονιές διάσπαρτες κατά μήκος του μονοπατιού. Ίδια όπως τα θυμούμαι, τζι’όμως σίουρα αλλάξαν. Εζούσαν τζιαι αναπτύσσουνταν, όπως τζιαι γω, τζιαι είδαν τζι’άκουσαν πολλά τούτα τα χρόνια.

Στο κέντρο του πάρκου οι μεγάλοι, άλλοι να κάθουνται στην ημικύκλια κερκίδα τζι’άλλοι να παίζουν μπάσκετ στο γήπεδο πίσω που την κερκίδα. Πάντα εφοούμουν να πάω κοντά τους. Εμείνισκα στη γωνιά μου τζιαι έβλεπα τους. «Οι Γυμνασαίοι» ελαλούσαμε τζιαι ενιώθαμε έναν αθώο παιδικό δέος απέναντί τους. Ένας συνδυασμός φόβου τζιαι θαυμασμού δηλαδή. Κρίμα που τούτο το δέος προς τους ηλικιακά πιο μεγάλους μειώνεται όσο παιρνούν τα χρόνια. Θα’πρεπε να’ταν το αντίθετο. Ετόλμησα να κοντέψω, απλώς τζιαι μόνο για να ανεβώ τα σκαλιά των κερκίδων τζιαι να τζιυλήσω κάτω, πίσω που την κερκίδα, σε μια μικρή πλαγιά μερικών μέτρων που εδημιουργούσεν η κλίση του εδάφους ανάμεσα στο πιο ψηλό σκαλί των κερκιδων τζιαι το γρασίδι. Στην άλλη μεριά του πάρκου η καντίνα, στην οποία επίεννα τις περισσότερες φορές πριν να φύουμε που το πάρκο. Ανέβηκα στο μικρό σκαλοπάτι, έφτασα το παράθυρο τζιαι προσπαθώντας να βρω την ελάχιστη μορφή αυτοπεποίηθησης τζιαι θάρρους μέσα στην ντροπαλότητά μου, είπα της κοπέλας «Ένα πράσινο κουτί τσιπς παρακαλώ», δίνοντάς της το 7γωνο ασημένιο κέρμα των 50 σεντ της λίρας τζιαι έπειτα περιμένοντας για ρέστα.

Που να’ξερα όμως, ότι μεστην έλξη της χώρας της νοσταλγίας θα εδιέγραφα, ή θα άλλαζα, ταυτόχρονα κομμάθκια μνήμης που έναν τόπον ο οποίος εκατείχεν σημαντική θέση σε αυτήν. Ο τόπος ήταν τζιαμέ, ίδιος, χωρίς αξιοπρόσεκτες αλλαγές. Εγώ όμως είχα αλλάξει. Πολλά. Μεστο μυαλό μου τούτα ούλλα τα χρόνια ήταν ο τόπος όι όπως τον εθυμούμουν εγώ, αλλά ο 8χρονος εαυτός μου. Πριν τιν επίσκεψήν μου στο κομμάτι της μνήμης όπου ήταν το πάρκο, υπήρχε ό,τι τούτος ο 8χρονος εθεωρούσε σημαντικό μεστην αθωότητάν του τζιαι μέστον αγώναν του να ανακαλύψει τζιαι να παρατηρεί τον κόσμο. Όταν πότε-πότε, με τη βοήθεια της νοσταλγίας τζιαι της μνήμης, επισκέπτουμουν τούντον τόπο, επισκέπτουμουν τον σαν ένα 8χρονο, με ό,τι αυτό μπορεί να σημαίνει.

Όχι πια όμως. Πλέον σκέφτουμαι το πάρκο αρκετά πιο αραιά που πριν. Εχάθηκεν η μαγεία του πάρκου, εν το νοσταλγώ πλέον. Εν θέλω να πάω. Εν το πεθυμώ. Όταν σκέφτομαι το πάρκο σκέφτομαι την τελευταία φορά που το επισκέφτηκα. Σαν ένας νέος δηλαδή, όι σαν ένας 8χρονος. Η μνήμη του πάρκου αντλεί πλέον λιγότερο συναίσθημα τζιαι είναι περισσότερο χαραγμένο στο μυαλό μου σαν απλή υλική οντότητα. Οι μνήμες εξεθωριάσαν σε ανησυχητικό βαθμό.Η ημικύκλια κερκίδα είναι πλέον ένα άσχημο γκρίζο κτίσμα γεμισμένο με γκράφιτι. Η κούνια τζιαι ο μύλος έννεν παιχνίθκια πλέον, εν εργαλεία που μου θυμίζουν νόμους της φυσικής.Εν υπάρχουν Γυμνασαίοι, ή τζι’αν υπάρχουν, εν τους φοούμαι. Όσο για το μονοπάτι με τα ψηλά δέντρα, τις μανταρινιές τζιαι τις λεμονιές…υπάρχουν καλύτερα του στο πάρκο της Αθαλάσσας, στο γραμμικό πάρκο του Πεδιαίου τζιαι στο πάρκο της Ακρόπολης. Πιο μεγάλα μονοπάτια, με πιο πολλά δέντρα, πιο πλούσια βλάστηση.

Η μνήμη τζιαι η νοσταλγία εν εθέλαν τη φυσική μου παρουσία. Ήταν ούλλα γραμμένα στη μνήμη μου, το ότι το ξαναείδαν τα μμάθκια μου εν με εβοήθησε να θυμηθώ κάτι καινούργιο. Έσιει πράματα που εν καλά να μεινίσκουν στης νοσταλγίας τα πιο ψηλά ράφκια. Τζι’ας γεμώσουν σκόνες τζι’αζαγιές. Έτσι πιάννουν τη σημασίαν τους άλλωστε. Γι’αυτό τα κατηγοριοποιούμε ως κάτι που έγινε παλιά, στο παρελθόν. Νοσταλγείς με τη βοήθεια της μνήμης. Σιέρεσαι, γελάς, συγκινείσαι, ανατριχιάζεις, θυμάσαι πρόσωπα, καταστάσεις, περιπέτειες, γκάφες, τσακωμούς, χαρές, λύπες, έρωτες. Άστο ως δαμέ, εν αρκετό.

Μια παρέα 35ρηδων κάθεται στην παραλία τζιαι αναπολεί τα χρόνια του σχολείου τζιαι του στρατού. Κάποια γριά νοσταλγεί το χωρκόν της στην Κερύνεια. Ένας γέρος θυμάται την πρώτη του δουλειά, στην παλιά πόλη, στην οποίαν επίεν να δουλέψει που 14 χρονών, αφήνοντας την οικογένειαν του πίσω. Κάποιος λάτρης των αυτοκινήτων ονειρεύεται να ξαναοδηγήσει το πρώτον του αυτοκίνητο – αντίκα πλέον.

Ποιος ο λόγος να παν πάρακατω. Στην καλύτερη περίπτωση θα αντιληφθούν ότι έχουν αλλάξει οι ίδιοι. Στη χειρότερη θα έσιει αλλάξει ο τόπος που παν να επισκεφτούν. Τζιαι τότε θα υπάρξει η μέγιστη καταστροφή

Αν το πάρκο εκαταστρέφετουν, μεστην μνήμη μου δεν θα υπήρχεν πια τίποτε, ούτε καν παραλλαγές των όσων εθυμούμουν, αλλά μια ασταμάτητη καταστροφή. Τα ερείπια του πάρκου θα ερηπώναν τον τόπο όπου κατοικεί στη μνήμη μου.

Ίσως κάποτε ναν καλές τζι’οι ψευδαισθήσεις τελικά…

Advertisements

2 thoughts on “Το πάρκο

  1. Σίουρα εν καλές οι ψευδαισθήσεις! Είναι από τα πιο δυνατά μας εργαλεία.
    Άρεσεν μου πολλά το ποίημα σου. Δίνει τις σκέψεις του κειμένου.
    Το οποίο με προβλημάτισε. Ξέρω ότι έχεις δίκιο σε αυτό που λες. Ότι οι μνήμες αλλάζουν
    όταν τις ανακαλούμε.
    Δεν είμαι σε θέση να εκφέρω άποψη για το αν πρέπει να τις αφήνουμε να γεμώνουν αζαγιές.
    Ίσως είναι καλύτερα.

    misharos: Ίσως είναικαλύτερα πιστεύω ναι :) Θα το ανακαλύψουμε στην πορεία, όταν θα νοσταλγήσουμε περισσότερο!

  2. Πάρκο Τάκη Ζεμπύλα… το τπώτο μου φιλί. Ημουν γυμνασιαία… γεια σου μισιαρούδι μου λεβέντικο!

    misharos: Γεια σου postbabylon μου ! :) Καλοσώρισες ξανά!

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s