Το φυλάκιο ΣΤΕΚ

Εκάθουμουν στο γραφείο τζιαι έβλεπα έξω που το παράθυρο · τα ίδια δέντρα, τα ίδια αυτοκίνητα, τα ίδια κτίρια. Αν έβαλλα μιαν αφίσα πάνω στο παράθυρο εν θα εκαμνε διαφορά. Τζιμέσα η κασέττα της ζωής σου χαλά τζιαι μπαίνει στην επανάληψη κάθε 24 ώρες. Η χρησιμότητα της μνήμης εύλογα αμφισβητείται. Γιατί να θυμάσαι δηλαδή οτιδήποτε; Ίσως να επονούσεν άλλωστε αν εθυμάσουν. Ξυπνάς, τρώεις τζιαι τζιοιμάσαι τις ίδιες ώρες, ακούεις τα ίδια ακριβώς πράματα τζιαι βλέπεις τα ίδια ακριβώς πλάσματα κάθε μέρα, τζιαι περπατάς τους ίδιους δρόμους κάθε μέρα, σε καθορισμένες ώρες. Δε βαριέσαι, τουλάχιστον νιώθεις πώς είναι να είσαι ρομπότ. Αν νιώθουν κάπως τα ρομπότ δηλαδή. Κι αν είναι κάπως το να είσαι ρομπότ, κατ’αρχάς.

Τες σκέψεις τούτες εδιέκοψεν η δυνατή και φωναχτή μεν, φυσιολογική δε, του κοιλαρά αντισυνταγματάρχη, σε μια που τις καθημερινές του επιδρομές που γραφείο σε γραφείο για να συζητήσει περί ανέμων και υδάτων. «…όπως το φυλάκιο του ΣΤΕΚ παλιά». ΣΤΕΚ. Κάτι μου ελαλούσε. Έννεν κάτι συνηθισμένο, άρα θυμάται το κάποιος. Τι να σημαίνει άραγε ΣΤΕΚ; Τι ρωτώ…κανένας εν θα ξέρει να μου πει. Αρχικά πολλά τζιμέσα, λέξεις όμως λλίες.

Φυλάκιο ΣΤΕΚ. Αννοίω τα συρτάρκα πουκάτω μου, χαρτιά πολλά · μεγάλα, μικρά, σιησμένα, διπλωμένα, κάτασπρα, μαυρισμένα. Το όργιο των χαρτιών. «95386742 Renos efdros», Εφημερίδα Αvant Garde, Μεταθέσεις Οπλιτών, Δαπάνες ΚΨΜ, Ημερολόγιο 2011…

«…ναι ρε έκλεισεν τωρά το ΣΤΕΚ», επήρεν το αφτί μου τον αντισυνταγματάρχη να λαλεί, επιβεβαιώνοντας ότι εσκέφτηκα πριν.

…Ανανεωμένη τηλεφωνική κατάσταστη στρατοπέδου 2009. Ήβρα το.

Βάλλω το δάχτυλο μου πάστην κόλλα τζιαι γυρεύκω για το φυλάκιο. ΕΠΟΠΤΕΙΟ, ΑΥΔΜ, 1ο-4ο ΓΡΑΦΕΙΟ, ΦΥΛΑΚΙΟ ΒΕΛΟΣ, ΦΥΛΑΚΙΟ ΣΤΕΚ. Σέρνω το δάχτυλο μου λλίο δεξιά, ακριβώς πάνω που τον αριθμό εσωτερικής γραμμής. Πιάννω αμέσως το τηλέφωνο, περίεργος για το τι θα ακούσω, αν θα χτυπήσει, αν θα απαντήσει κάποιος, αν θα κάμει εκτροπή σε κάποιον άλλον αριθμό. Χτυπώ τον αριθμό τζιαι βάλλω το στο αυτι μου.

Άρχισε να χτυπά κανονικά. Τζιαι αμέσως εταξίδεψα.

Έναν τηλέφωνο μόνον του, σε ένα φυλάκιο εγκαταλελειμμένο εδώ και χρόνια, να χτυπά, τζιαι να χτυπά, τζιαι να χτυπά. Λαλείς να υπάρχει κάποιος που το ακούει; Τζι’αν δεν υπάρχει, κάμνει ήχο; Ακούεται άραγε έναν τηλέφωνο να χτυπά, όταν δεν υπάρχει κανένας να το ακούσει;

Εν απαντούσε κανένας. Όμως μέστον νου μου απαντήσαν πολλοί.

Ένας φοβισμένος στρατιώτης, τον Αύγουστο του 1974, ο οποίος επερίμενε να ακούσει που μένα την αναλυτική δύναμη των εχθρικών, όπως μας είπαν, δυνάμεων. Του είπα να μεν ανησυχεί. Οι αριθμοί εν θα κάμουν τη διαφορά. Επέμενε να του τη δώσω. Έθελεν την ο ανώτερος του. Του οποίου την ήθελεν ο ανώτερος του. Του οποίου την ήθελεν ο ανώτερος του. Ο ανώτερος όλων μας όμως, αμφιβάλλω αν την ήθελε · εν εφάνηκε ποττέ να νοιάζεται. Έδωκα του την, όμως μέσα μου έξερα ότι εν θα έκαμνε διαφορά. Κάτι ήξερα εγώ.

Απάντησεν μου επίσης ένας Δεκανέας αρχιφύλακας το 1985. Νομίζω πως τον εξύπνησα. Ευτυχώς δηλαδή. Έπιασα να τον ειδοποιήσω ότι έρκεται έφοδος, να μεν τον έβρει απροετοίμαστο τζιαι να την φάει. Έθελα να πάει σπίτιν του, να δει την μάναν του, τον τζύρην του, τ’αρφούθκια του, να δει λλίην ζωήν. Ήξερα πως ήταν 8 μέρες μέσα. Εν έκαμεν δα τζιαι κανέναν έγκλημαν που εν επρόσεχεν τα ξερόχορτα.

Απάντησεν μου τζιαι ένας νεοσύλλεκτος, της κλάσης του 2001. Έπιασα τον τηλέφωνο, πάστο γερμανικό το νούμερο, να κόψουμε καμιά κουβέντα για να περάσει η ώρα, ξέροντας πως εν κατάντια για ένα 18χρονο γεμάτο όνειρα να κάμνει πράματα για να φύουν τα χρόνια τζιαι μαζίν τους η νεανικότητα, σαν να τζιαι γίνεται λάτρης της φθοράς.

Ο επόμενος ήταν ένας παλιός ο οποίος έθελεν κάπου να πει τον πόνον του. Εκαρτερούσε να απολυθεί, τούτος ήταν ο πόνος του. Έξερεν ακριβώς τες μέρες τζιαι τες ώρες που του εμείναν. Όπως κάποιον που εν δεμένος με εκρηκτικά τζιαι μετρά τες ώρες τζιαι τα δευτερόλεπτα. Ο παλιός όμως εν εμετρούσεν ώρες για να πεθάνει, αλλά για να ζήσει. Είπα του ότι τελικά ούλλοι για ένα χαρτί αγωνιζούμαστε σε τούντον κόσμο. «Ε γαμώ τα χαρκιά τους γαμώ», είπεν μου τζιαι έκλεισεν το.

Που τότε, μια στο κάθε τόσο, πάω στο γραφείο, θωρώ να μεν έσιει κανένα, σηκώννω το τηλέφωνο τζιαι σχηματίζω τον αριθμό του ΣΤΕΚ ή το τηλέφωνο κάποιας κλειστής σκοπιάς. Σε κάθε χτύπο εύχομαι να μεν απαντήσει κανένας. Τζι’αφήννω το να χτυπά τζιαι να χτυπά τζιαι να χτυπά…

Τζιαι μιλώ με τούτους ούλλους τζιαι άλλους τόσους.

Εν μου απαντά κανένας. Απαντά ο νους μου για τζίνους όμως.

Έναν τηλέφωνον μόνον του, σε ένα φυλάκιο άδειο για χρόνια…

Advertisements

3 thoughts on “Το φυλάκιο ΣΤΕΚ

  1. Ούφφου, εσηκώθηκεν η τρίχα μου, πιάνω με να κάμνω έτσι σκέψεις άμα νιώθω ότι είμαι μες στη ματαιότητα.
    Εν μαλακία, χρόνος χαμένος, έννα τον κάμεις, έννα περάσει, απλά όσο παραπάνω μπορείς χρησιμοποιά το μυαλό σου, κάπως, ή έστω έβρε τρόπους να το διασκεδάσεις. Ναι, γίνεται.
    Ελπίζω να σε δούμε τέλος της εβδομάδας.

  2. Ενεν περίεργο που έτσι στιγμές θέλεις να είσαι μόνος σου τζιαι πάλε να ταξιδεύεις με τόσους άλλους; Πολλά ωραίο το ποστ σου.. Τζιαι αμαν εν έσχει κανέναν πιάνε τζιαι κανένα τηλέφωνο αθήνα να σου κάμνω παρέα ;)

  3. πολλα ομορφο κειμενο (επαναλαμβανομαι)
    μεν αφηνεις τη μουχλα του στρατου να σε καταβαλει. γινε ρομποτ να περασουν τα θκιο χρονια αλλα παλεψε το. στες αδειες, τες δν, τη μεσημβρινη αργια εστω

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s