Ιστορίες που δεν διηγήθηκε ποτέ κανείς

Το βιβλίο Ιστορίες που δεν διηγήθηκε ποτέ κανείς επρότεινεν μου το ο Defiance. Αποτελείται που 20 αυτοτελείς ιστορίες. Οι πλείστες αρέσαν μου πάρα πολλά, ντάξει ήσιεν τζιαι 3-4 που ίσως λόγω της φύσης που ο συγγραφέας γράφει, εβιάζουμουν να τελιώσω την ιστορία. Άρεσεν μου ο τρόπος που γράφει, εν πολλά περιγραφικός ώρες ώρες τζιαι χρησιμοποιά κάτι επίθετα ουάου. Αρέσαν μου τζιαι κάμποσο οι σκέψεις του. Γράφω παρακάτω όσα εθεώρησα τα πιο σημαντικά τζιαι που μου άρεσαν παραπάνω:

-Τίποτε δεν χάνεται, τίποτε δεν επιστρέφει το ίδιο, τίποτε δεν ξέρουμε στ’αλήθεια, αλήθεια δεν υπάρχει, μονάχα ο νους υπάρχει.

-Βαδίζαμε σε μια πολυσύχναστη λεωφόρο. Το πλήθος γυρω μας μπερδευόταν με το πλήθος, ανθρώποι που έτρεχαν σε ευθείες σαν μυρμήγκια χτυπούσαν ο ένας πάνω στον άλλον και συνέχιζαν αμίλητοι τον δρόμο τους,χιλιάδες βλέμματα που σπαρταρούσαν κοιτώντας τους αμέτρητους περαστικούς, ο καθένας στο δρόομο του αλλά όλοι τους στον ίδιο δρόμο. Το βουητό τους ανακατευόταν με το βουητό των αυτοκινήτων, η ανάκατη μυρωδιά τους ήταν η απόμακρη οσμή της Κόλασης. […] Μου ψιθύρισε πάλι στο αυτί, όπως τότε: Κανένας δεν καταλαβαίνει τι συμβαίνει, παρόλο που όλα είναι ολοφάνερα μπροστα στα μάτια τους. Βλέπεις ολους αυτους τους ανθρωπους απέναντι στην στάση; Όχι, δεν εννοώ αν τους κοιτάς, εννοώ αν τους βλέπεις στ’αλήθεια. Μπορέις να δεις την αλήθεια αυτής της εικόνας, μια ηθεια που κανενας δε βλέπει; Έχεις παρατηρήσει ποτέ τι συμβαίνει σε μια απλή, τυχαία καθημερινή στάση λεωφορείου; Δεν είναι παρά ένα σύμβολο τραγικής ανθρώπινης κατάστασης. Κοιταξε τους! Όλοι περιμένουν το λεωφορείο. Αλλά γιατί, Θεέ μου γιατί, γιατί όλοι τους στριμώχνονται κάτω απο το σκέπαστρο της στάσης, ή ένα-δυο βήματα διπλα απο αυτο. Είναι σαν να πιστεύουν ότι αν δεν σταθούν εκεί για δέκα ή είκοσι λεπτά δεν θα τους πάρει το λεωφορείο. Γιατί να μην πας μια βολτα και να εχεις το νου σου για το λεωφορείο; Γιατι να μη σταθείς μόνος σου, δέκα είκοσι, πενήντα μέτρα μακριά απο το ασφυκτικό αυτό πλήθος; Γιατί να γίνεις ένα με τη μιζέρια τους; Είσαι πρόβατο ή άνθρωπος; Είναι όλοι τους τόσο ηλίθιοι! Κάποιος έστησε ένα μικρό σκέπαστρο, για να προφυλάσσεται κάποιος απο τη βροχή όταν περιμένει το λεωφορείο και είναι σαν να και να έβαλε μια σημαία που γράφει πάνω της διαταγή «Εδώ!» κι ολοι πανε και στέκονται εκεί, ακόμη κι αν χρειαστεί να σταθούν ο ένας πάνω στον άλλο…
Κι υπάρχει ένα κουτί με ρόδες που κάνει συνέχεια την ίδια διαδρομή, κάθε μέρα, ανελλιπώς, ξανά και ξανα, παλι και παλι, πηγαινει απο το ενα σημειο στο αλλο, ξανα και ξανα, παλι και παλι, καθε μερα, συνεχως. Κι ερχεται και τους περνει ολους απο το ιδιο σημειο και τους πηγαίνει πάντα στο ίδιο άλλο σημείο. Κι αυτοί μπαίνουν εκει μέσα όλοι μαζί, ο ένας πάνω στον άλλο. στριμώχνονται μεταξύ τους σαν τις σαρδέλες μιας κινούμενης κονσέρβας. Και μπαίνουν εκει μέσα, συνέχεια μπαίνουν, δεν βλέπουν ότι δε χωράνε άλλοι, τρέχουν να προλβάωουν και σπρώχνουν να μπουν, πατανε ο ενας πανω στον άλλο, για να χωθούν εκεί, αναμεσα στους αλλους, μεσα στο κουτι που κανει την ιδια διαδρομη, που οταν το περιμενουν πρεπει να το περιμενουν μεσα ή δίπλα σε ένα άλλο κουτί, όλοι μαζί, ούτε που τους περνάει από το μυαλό να απομακρυνθούν για λίγο από τη στάση. Και οι πιο έξυπνοι-μέχρι εκεί φτάνει η εξυπνάδα τους- έχουν χύσει τον ιδρώτα τους για να αγοράσουν ένα δικό τους κινούμενο κουτί, για δες όλα αυτά τα αυτοκίνητα που κινούνται πειθήνια το ένα πίσω από το άλλο, στους ίδιους δρόμους, τα ίδια φανάρια, δες τα φανάρια που τους διατάζουν πότε να ξεκινήσουν και πότε να σταματήσουν. Δες τα σπίτια τους, όλα στοιχισμένα το ένα πάνω από το άλλο, μέσα σε γιγάντια πανομοιότυπα κουτιά, που ορθώνονται το ένα δίπλα στο άλλο, πάνω στους δρόμους που απλώνονται ο ένας δίπλα στον άλλον. Δες τη στάση αυτών των ανθρώπων που κανένας του δεν σκέφτηκε πότε την αντίσταση.
Κοίταξε τους! Κοιταξε τους, δες ολα αυτα τα ανθρωπάκια που το καθένα τους νομίζει ότι είναι μοναδικό και αθάνατο(νομίζει πως έχει ψυχή!), κοίταξε τους πως είναι δέσμιοι της μοίρας τους. Είναι παγιδευμένοι, φυλακισμένοι, κι όμως κανείς τους δεν το αντιλαμβάνεται, κι όμως κανείς τους δεν είναι δεμένος με αλυσίδες. Δεν είναι στ’αλήθεια ανθρωποι, είναι σάρκα που υπακούει σε διαταγές, είναι συσκευές συνήθειας, είναι εγωιστικά μικρόβια που ο εγωισμός τους δεν έχει καμιά βάση γιατί είναι όλοι ίδιοι. Κοίταξε τους, δες τους στ’αλήθεια! Είναι κατάδικοι, αλλά κανείς του δεν ξέρει ποιο ήταν το εγκλημα του. Ούτε θα μάθει ποτέ. Ο καθένας τους θα καταλήει στο σκουπιδότοπο του σύμπαντος και θα είναι σαν να μην είχε ζήσει ποτέ. Νάτοι! Τους βλέπεις όλους εκεί απέναντι, στριμωγμένους γύρω από τη στάση, φοβισμένους μήπως χάσουν το λεωφορείο; Και το λεωφορείου δεν πηγαίνει πουθενά…»

-Την τελευταία στιγμή, το σπίτι όλο είχε τρελαθεί.
Oι πόρτες άνοιγαν ανάποδα, οι τοίχοι έγιναν ταβάνια και τα πατώματα έγιναν τοίχοι, τα παράθυρα ανοιγόκλοιναν συνέχεια σαν να γελούσαν. Ή μήπως φυσούσε;
Έτσι τρελένεται κανείς…
Ξεκινάει από το σπίτι.
Σκιές με περιμένουν στο μπαλκόνι για να μ’αρπάξουν, και το ρολόι μετράει τις ώρες κάποιου άλλου Χρόνου. Ο Χρόνος των τρελών δεν είναι ο ίδιος με αυτόν των άλλων ανθρώπων. Μια στιγμή μπορεί να κρατά έναν αιώνα. Άλλωστε, ποιος μπορεί με σιγουριά να πει τη ήταν αυτό που άλλαξε στον κόσμο με του που έφυγε η προηγούμενη στιγμή;
Κάθε φορά που μια στιγμή περνά, σε όλον τον κόσμο συμβαίνουν όλα τα πράγματα που θα μπορούσαν να συμβούν. Σε όλο τον άχρονο κόσμο, μια στιγμή διαρκεί όσο ένας αιώνας, γιατί συμβαίνουν τόσα πράγματα σε κάθε μέρος του κόσμου εκείνη τη στιγμή, που το ανθρώπινο μυαλό θα νόμιζε πως θα χρειαζόταν για όλα αυτά ένας αιώνας.
Πώς να διηγηθείς την Ιστορία της Ανθρωπότητας αν δεν διηγηθείς την Ιστορία των Στιγμών;…
Έτσι λοιπόν τρελένεται κανείς…
Μέσα σε μια στιγμή.
Ξεκινάει από το σπίτι.
Το σπίτι δεν αλλάζει από στιγμή σε στιγμή. Θα’λεγε κανείς πως είναι το μόνο σταθερό σημείο του κόσμου. Όλος ο κόσμος τρέχει από στιγμή σε στιγμή, με ιλιγγιώδη ταχύτητα. Όμως, το σπίτι στέκει νηφάλιο. Κοιτάς έξω από το παράθυρο και ζαλίζεσαι. Τα πάντα στριφογυρίζουν σ’έναν τιτάνιο στρόβιλο, οι γαλαξίες και η Γη μαζί με τη θέα από το παράθυρο, μ’ένα βόμβο που αν τον άκουγαν τ’αυτιά σου θα σκέπαζε κάθε άλλον ήχο, για πάντα.
Κι οι στιγμές τρέχουν, σε κάθε στιγμή κάτι συμβαίνει, και το κάθε συμβάν προκαλεί ένα άλλο, κι εκείνο ένα άλλο, ατέρμονα. Σαν ένα λαβυνθιρυώες δίκτιο από ξέφρενα τραίνα που κανείς δεν ξέρει που πηγαίνουν. Με κάθε σου κίνηση, με οποιαδήποτε πράξη σου, ένα τραίνο σε παρασέρνει με την ταχύτητά μιας σφαίρας, κι οι γραμμές οδηγούν στο άγνωστο.
Κοιτάς έξω από το παράθυρο και ζαλίζεσαι. Δεν βγαίνεις έξω. Φοβάσαι την ταχύτητα των στιγμών. Προσπαθείς να γαντζωθείς από το σπίτι, μαζί με εικόνες οικείες, ακίνητες. Δεν βγαίνεις έξω, τρέμεις ακούγοντας τα τοπία να σφυρίζουν και να χάνονται.
Αλλά κατάρα ανείπωτη, αν δεν βγεις εσύ να βρεις τον κόσμο, μπαίνει ο κόσμος να σε βρει.

-Δηλαδή, εγώ ποιος είμαι; Εννοώ, ποιος είμαι στ’αλήθεια;
Εγώ δεν είμαι όλοι οι ανθρώποι που ήταν;
Αυτοί δεν ήταν εγώ;
Εγώ δεν ήμουν που πολέμησα στις σταυροφορίες και κράδαινα το σπαθι του Βαλδουίνου; Εγώ δεν ήμουν που ελευθέρωσα το Δουβλίνο και ρίξαμε τους Εγγλέζους στη θάλασσα; Εγώ δεν ήμουν ο Λόρενς της Αραβίας; Εγώ δεν έγραψα τον Δον Κιχώτη; Εγώ δεν ήμουν ο πρώτος άνθρωπος που πάτησε στη Σελήνη, ακολουθώντας τους στίχους αμέτρητων ποιητών που έγραψαν για το φεγγάρι;
Σε όλα τα πράγματα κρύβονται όλα τα πράγματα.
Πώς είναι δυνατόν μια σκωτσέζικη μελωδία από ακορντεόν, να φέρνει στο νου ένα ιστιοφόρο με φουσκωμένα τα πανιά, να σαλπάρει από ξύλινο λιμάνι για μέρη μακρινά; Μια γυναικεία φωνή που τραγουδά μακρόσυρτα και θλιμμένα να φτιάχνει εικόνες από κήπου και μια πλεξούδα μαύρα μαλλιά, κι ένα λευκό φόρεμα να κυματίζει στον άνεμο. Γιατί μια συγκεκριμένη ριπή του ανέμου μου φέρνει μια συγκεκριμένη ανάμνηση της παιδικής μου ηλικίας; Πώς είναι δυνατόν, ένα μικρό σπιρτόκουτο που έχω τώρα μπροστά μου, με χρώματα λευκό, κόκκινο και μαύρο, που έχει πάνω του μια γκραβούρα με μια γέφυρα σ’ένα ποτάμι και κάτι μαύρα δέντρα απόμακρα, να με κάνει να ονειρεύομαι; Γιατι όταν ονειρεύομαι τις νύχτες είμαι κάποιος άλλο;
Ποιο είναι το τρομερό μυστικό ενός πράγματος που υπονοεί κάποιο άλλο, διαφορετικό από άνθρωπο σε άνθρωπο, δείχνοντας ότι όλα τα πράγματα υπάρχουν μέσα σε όλα τα πράγματα;
Με ποιον άμετρο τρόπο, κάθε κίνηση και λέξη μου αναπαράγεται συνεχώς μέσα στο νου των ανθρώπων που συναντώ, χωρίς εγώ να γνωρίζω τίποτε για τη σκέψη τους; Γιατί όλοι, όταν κοιτούν ένα παιδί να χαίρεται ή να κλαίει, δεν καταλαβαίνουν τον παιδικό τρόπο; Αφού όλοι ήμασταν κάποτε παιδιά. Ποιος μας έβαλ να τους δωσουμε τις μνημες μας και τους παλιους μας εαυτούς;

-Είμαι μια φάτσα που έχω συνηθίσει να βλέπω όλη μου τη ζωή, ένα πρόσωπο εξωφρενικά οικγείο. Αυτό το πρόσωπο δεν το βλέπω μόνο εγώ. Το βλέπουν και οι άλλοι. Χμ, εγώ έχω συνηθίσει να με βλέπω, αλλά…πώς με βλέπουν οι άλλοι; Με βλέπουν με τον ίδιο τρόπο; Βλέπουν την ίδια εικόνα, το ίδιο πρόσωπο;
Τώρα που το σκέφτομαι, όταν εγώ βλέπω κάποιον, αποκλείεται να βλέπει αυτός τον εαυτό του οπως βλέπω εγώ αυτόν. Βλέπει, νομίζει, κάτι άλλο. Άρα το ίδιο ισχύει και για μένα. Καταρχήν, επειδή όλα αυτά είναι μια ιδέα, ας δούμε το πράμα «ρεαλιστικά». Εγώ δεν μπορώ να δω το προφιλ μου, το πίσω μέρος μου, το πάνω μέρος του κεφαλιού μου, κι επίσης δεν μπορώ να με δω απο τα πόδια προς τα πάνω. Οι άλλοι όμως μπορούν. Άρα έχουν(πως να το πω) μια πιο «τρισδιάσταση» εικόνα μου, που εγώ δεν έχω. (Δεν την έχω, εκτός αν παίξω λίγο με μερικούς καθρέφτες κατάλληλα τοποθετημένους, όμως και πάλι δεν έχω την εικόνα των άλλων γιατί αυτοί με βλέπουν π.χ. και όταν είμαι σε κίνηση, και δεν μπορώ να στήσω ένα σύμπλεγμα από καθρέφτες μήκους εκατό μέτρων για να με παρακολυθήσω όταν περπατώ)
Αυτός είναι ο λόγος που γοητευόμαστε τόσο πολύ από τους καθρέφτες, έχουμε μπροστά μας μια ανέλπιστη οπτική των άλλων, την πιο ενδιαφέρουσα εικόνα που θα μπορούσαμε πότε να δούμε: τον εαυτό μας όπως φαίνεται από άλλη γωνιά απ’αυτήν που εμείς παρατηρούμε. Αυτός είναι ο λόγος που παραξενευόμαστε(ή εξοργιζόμαστε) τόσο πολύ από κάποιες φωτογραφίες μας, που έχουν τραβηχτεί από παράξενες γωνίες και σε παράξενες στιγμές. που φανερώνουν έναν άνθρωπο που δεν αναγνωρίζουμε ως εαυτό μας. Αυτές οι φωτογραφίες είναι πολύ ανησυχιτικές: είναι κάτι που οι άλλοι βλέπουν και εμείς δεν έχουμε προβλέψει ή παρατηρήσει. Είναι κάποιος άλλος, που συχνά δεν εγκρίνουμε(έχετε σχίσει ποτέ απαράδεκτες φωτογραφίες σας; Δεν πετύχατε τίποτε, οι άλλοι το βλέπουν συνέχεια live)

-Tα Θεμέλια του Φόβου: Ο φόβος του θανάτου, είναι ο μεγαλύτερος και κυρίαρχος φόβος του ανθρώπου. Μάλιστα, αν το σκεφτείτε λίγο, θα δεις ότι είναι ο γεννήτορας όλων των φόβων. Όλοι οι φόβοι έχουν τη ρίζα τους στο φόβο του θανάτου.(Ουσιαστικά, η λέξη φόβος είναι πιο δυνατή από τη λέξη τρόμος. Ο τρόμος συνδέεται με κάτι το απρόσμενο, το επικίνδυνο και το ξαφνικό. Ενώ ο φόβος είναι μελετημένος. Είναι παντοδύναμος. Τον τρόμο τον αντιμετωπίζεις… το φόβο όμως; Ο τρόμος είναι ένα περαστικό κύμα. Ο φόβος όμως είναι ένα ολόκληρο βασίλειο που σφετερίζεται όλη μας την ύπαρξη. Είναι ένα παρασιτικό πεδίο κατανόησης που φωλιάζει μέσα στη συνείδησή μας και τρέφεται από την προσοχή μας) Ο πρωταρχικός φόβος λοιπόν, είναι ο φόβος του θανάτου. Αυτός είναι ο μόνος αληθινός φόβος και όλοι οι άλλοι φόβοι δεν είναι παρά μονάχα τα παράγωγά του, δεν είναι παρά μεταμφιέσεις του φόβου του θανάτου, ο φόβος του θανάτου που φοράει μάσκες. Αν αύριο γινόμασταν αθάνατοι, δεν θα φοβόμασταν τίποτα: τι να φοβηθείς αν δεν πεθαίνεις; Αν δεν υπήρχε ο φόβος του θανάτου, κανένας φόβος δεν θα μπορούσε να υπάρχει, δεν θα είχε λόγο ύπαρξης. Λοιπόν, επειδή δεν ξέρουμε τι ακριβώς είναι ο θάνατος, τι ακριβώς μας περιμένει μετά το θάνατο, στην ουσία ο φόβος του θανάτου, δεν είναι παρά ο φόβος για το Άγνωστο. Δεν φοβόμαστε τον ίδιο το θάνατο, αλλά το Άγνωστο που τον συνοδεύει. Ο απόλυτος φόβος για το απόλυτο Άγνωστο, ο κυρίαρχος φόβος είναι ο φόβος του Αγνώστου, και όλοι οι άλλοι – συμπεριλαμβανομένου και του φόβου του θανάτου- δεν είναι παρά τα παράγωγά του.

-Οι ανθρωποι δεν είναι ανίδεοι, μέτριοι και δυστυχισμένοι από μόνοι τους. Απλά ζουν σε έναν ανίδεο, μέτριο και δυστυχισμένο κόσμο. Έχουν ξεχάσει πως ζουν σε έναν απίστευτα μυστηρι΄δωη και περιπετειώδη κόσμο, πως η ζωή που τους χαρίστηκε είναι υπέροχη και γεμάτη συγκινήσεις, πως υπάρχουν αμέτρητα πράγματα για να μάθουν ,να νιώσουν, να δουν, ν’ακούσουν, να ζήσουν. Δεν ξέρουν πως όλα τα πράγματα είναι ανακατεμένα το ένα μέσα στο άλλο, πως Χρόνος δεν υπάρχει, πως οι ίδιοι είναι δημιουργοί του ολόδικού τους Σύμπαντος, πως πρωταγωνιστούν σε μια υπέροχη ταινία που δεν άρχισε ποτέ και δεν θα τελειώσει ποτέ, που θεατής της είναι ο Θεός, που κρύβεται παιχνιδιάρικα πίσω από την επόμενη στροφή του δρόμου.
Οι ανθρωποι έχουν ξεχάσει να παίζουν-αν ήξεραν ποτέ- κι έχουν ξεχάσει το αληθινό τους όνομα. Έχουν ξεχάσει να κοιτούν όρθιοι, με το κεφάλι ψηλά, προς τα άστρα, και να ονειρεύονται πως υπάρχει μια ανέλπιστη ελπιδα εκεί ψηλά, που μας συνοδεύει σ’ενα παράξενο ταξίδι, προς το Άγνωστο. Εχουν ξεχάσει πως μέσα τους δεν είναι παρά μικρά παιδιά…

Advertisements

One thought on “Ιστορίες που δεν διηγήθηκε ποτέ κανείς

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s