Η γιαγιά Ελένη.

Κάθε πρωίν όποτε επίεννα στην στάση να πιάσω το λεωφορείο για το σχολείο, έβλεπα την γιαγιάν Ελένη να κάθεται στη βεράντα του σπιθκιού της. «Καλημέρα γιαγιά», ελάλουν της. «Καλημέρα γιε μου», απαντούσεν μου. Κάθε κάθε μέρα η ίδια κουβέντα. Τζι’όμως ποττέ εν την εβαρέθηκα αν τζιαι σήμερα εκαταντήσαμε να κάμνουμεν ρομποτικές κουβέντες χωρίς νόημα, απλά για χάρη της κουβέντας. Κόφκουμεν μακρινοί συγγενείς με την γιαγιά. Ένιωθα την πολλά κοντά μου.

Εκάθετουν κάθε μέρα στη βεράντα του σπιθκιού της, σε μιάν καρέκλα Lordos πλαστική με έναν χρυσόν σταυρό να κρέμμεται στο στήθος της. Ήταν μαυροφορεμένη επειδή ο άντρας της εσκοτώθηκεν στην εισβολή που τους Τούρκους. Ήσιεν έναν χαμόγελον ηρεμίας τζιαι ευχαρίστησης. Με τα χοντρά της τα γυαλλιά που επιάνναν ολόκληρον τον χώρο γυρόν που τα μμάθκια της, έβλεπεν μπροστά στο άπειρο, άσχετο αν μπροστά της υπάρχει πολυκατοικία. Η τηλεόραση, πίσω της στο καθιστικό, ήταν ανοιχτή, για άγνωστον λόγο τζιαι έπεζεν τον Παναγιώτη Δημόπουλο στο Σίγμα, κάθε μέρα. Η γιαγιά Ελένη ήσιεν πλέον καταλάβει πως εν κοντά στο τέλος της. Ήταν γύρω στα 80. Άσιημο πράμα να ξέρεις το τέλος σου.

Εφαίνετουν να απολαμβάνει το καθετί. Τον ήσυχον αέρα του πρωινού, το κελάηδισμα των πουλιών, την ηρεμίαν του εαυτού της, την ευχαρίστησην που επέτυχεν στην ζωήν της. Ποττέ εν εφάνηκεν να βαρκέται. Ειδικά το μεσημέρι που έρκουμουν που το σχολείο τζιαι ήταν με τα δισέγγονα της; Ήταν παιδί. Πάντα άφηνεν ανοικτή την μπροστινή πόρτα τζιαι ό,τι έκαμναν εφένετουν. Ήταν παιδί. Μεγάλη θυσία να γίνεσαι παιδί για να ευχαριστήσεις τα μωρά σου, όπως τζιαι τεράστια ευχαρίστηση που το καταφέρνεις. Γιατί ούλλοι μας αναπολούμεν κάποτε την παιδικήν μας ηλικία.

Επιένναμεν συχνά σπίτιν της. Εν μόνη της, τα παιθκιά της ,εχτός που ένα, μεινίσκουν σε άλλη πόλη ή σπουδάζουν, θέλει παρέα. Πάντα ήσιεν μιαν ιστορία να μας πει. Πελλανίσκω για ιστορίες του παλιού τζιαιρού. Σε ούλλα ήσιεν άποψη τζιαι πάντα ετέλιωνεν με το «Εχάλασεν ο κόσμος μάνα μου». Εμπορούσεν να πει κάποιος ότι τούτον λαλούν το οι γέροι επειδή εν μπορούν να αποδεχτούν κάποια νέα πράματα. Τζιαι όμως όι, ο κόσμος πράγματι εχάλασεν. Ετζιέρναν μας πάντα ψωμί με αγγουράκι τζιαι χαλλούμι. Φέρνω στο νου μου τη μυρωθκιάν του τζιαι μυρίζουμαι την τωρά. Το ίδιον τζιαι με τη χαρακτηριστική μυρωθκιά που έχουν τα σπίθκια των χήρων, συνήθως, γιαγιάων. Εν έντονη στον νου μου. Εδιούσεν τζιαι συμβουλές οι οποίες σχεδόν πάντα εσυνοδεύουνταν τζιαι που μια παροιμία. Έκαμα τες μόττο στη ζωή μου τις παραπάνω.

Την Παρασκευή, σαν επίεννα σχολείο, εν είδα τη γιαγιά τζιαμέ. Ήσιεν τζιαι κάμποσα αυτοκίνητα έξω που το σπίτιν της. Εκατάλαβα αμέσως τι εσυνέβηκεν τζιαι εύχουμουν να μεν ήταν τζίνο. Ήταν ανοικτή η πόρτα του σπιθκιού, επία μέσα τζιαι είπαν μου πως επέθανεν. Ήταν πάνω στον καναπέ νεκρή. Εν ένιωθεν καλά την προηγούμενη νύχτα τζιαι έμεινεν ο γιος της μαζίν της τη νύχτα. Την επόμενην θα την έπερνεν νοσοκομείο. Εν επρόλαβεν όμως, ήβρεν την πάνω στον καναπέ πεθαμένη το πρωί. Ο καφές που έκαμεν για να πιει ήταν πάνω στο τραπέζι. Έπιασα τζιαι τη μάνα μου που ήταν σπίτι τζιαι είπα της το. Ήρτεν τζιαι τζίνη.

Επία στο δωμάτιο, με βουρκωμένα μμάθκια τζιαι εφίλησα της το σιέριν της. Στο καλό γιαγιά Ελένη, ευχαριστώ για όσα μου εδίδαξες τζιαι εσυμβούλεψες. Να’σαι καλά.

Ύστερα εσυνέχισα το δρόμο προς τη στάση, έπιασα το λεωφορείο τζιαι εσυνέχισα τη ζωή μου…

Advertisements

9 thoughts on “Η γιαγιά Ελένη.

  1. Μασσιαλλα σου ρε μιτσικουρίν…αν ήταν οι μισοι 16αριες σαν εσέναν ο κόσμος έν ητουν να χαλάσει…

    misharos: Εν τότε που ήταν να χαλάσει :p

  2. Έφυεν ήρεμα. Έφυεν μες τον ύπνο της. Λλίοι άθρωποι έχουν τούτην την τύχην, τούτην την ευλογίαν. Τζιαι είσιεν σας τζιαι σας, τζιαι τα δισέγγονά της. Ας ζήσουμεν ούλλοι μιαν τόσο γεμάτη ζωή. Στο καλό, γιαγιά
    (εσυγκίνησές με)

    misharos: Τυχερή, πράγματι, που έφυεν στον ύπνον της τζιαι μάλλον εν ένιωσεν πόνο καθόλου. Τα δισέγγονα της εδιούσαν της πολλή χαρά.

  3. Μάνα μου τη γιαγιούα… :(

    Εθύμησες μου ένα ζευγάρι ηλικιωμένων που εχαιρετούσα κάθε πρωί που επήαιννα στη στάση του λεωφορείου. Μετά που κανένα χρόνο που είχαν μετακομίσει στην περιοχή μας ο παππούς επέθανε. Εμαράζωσα πολλά

    Συλληπητήρια τζαι που’μένα, μετά που μια κάποια σχέση, νιώθεις τους σαν δικούς σου.

    misharos: Κρίμας τον παππού :/. Πιστεύκω ο καθένας μας μπορεί να βάλει την γιαγιάν Ελένη στη θέση κάποιου δικού του ηλικιωμένου ατόμου. Τζιαι ναι στην τελική εν παίζει τόσο μεγάλο ρόλο αν εν συγγενής σου, γνωστός σου ή όι. Αμα συνδεθείς μαζίν του νιώθεις τον τέλλια δικό σου.

  4. Μάλλον εν η γιαγιά που σου έμαθεν ότι η ζωή συνεχίζεται. Αλλά ένας τέτοιος αποχωρισμός δεν παύει να πονεί σαν το κεντρί.

    misharos: Μπορεί. Όταν την έβλεπα να προσπερνά ούλλα τα κακά της τζιαι να συνεχίζει την ζωήν της, έμαθα που τζίνην.(π.χ. εκλέαν τα δισέγγονα της ούλλην την ώραν όταν ήταν τζιαμέ, τζιαι τζίνη εμείνισκεν ήρεμη). Πονεί πολλά, αλλά έτσι ένει.

  5. Εγώ πιστέφκω ότι κατ’ακρίβειαν σε έτσι περιπτώσεις το πλάσμα κατα βάθος πρέπει να shέρεται. Η γιαγιά έφυγε πλήρης ημερών, έζησε να δει τα παιθκιά της να μεγαλώνουν, έζησε να δεί εγγόνια τζαι δισέγγονα, τζαι τωρά έφυε να πάει να’βρει τον άντρα της που έκαμε 35 χρόνια δίχα να τον δεί.

    Συλληπητήρια…

    misharos: Ευχαριστώ. Πράγματι, θα έλεγα ότι έζησεν τα πάντα τζιαι απέκτησεν όσα ήθελε παρ’όλα τα προβλήματά της. Ελπίζω να έσιει έναν τόπον που βρέθουνται οι πεθαμένοι τζιαι να δει ξανά τον άντραν της.

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s